Η νοσταλγία μιας αγάπης, το πιο ανυπόφορο συναίσθημα - AllYou.gr

Search

Η νοσταλγία μιας αγάπης, το πιο ανυπόφορο συναίσθημα

Προσωπικές σκέψεις, μέσα στις πιο ταραγμένες και εσωστρεφείς ημέρες. Μη γελιόμαστε, η νοσταλγία δεν ήταν ποτέ ευχάριστο συναίσθημα.

13 Ιουλίου 2015

Νοσταλγία. Δεν πρόκειται για κανένα νοερό ριπλέι των αναμνήσεών μας. 

Είναι απλά μια ανάγκη που έχουμε να ξαναζήσουμε μικρές στιγμές στο μυαλό μας, μπας και τις δούμε να συμβαίνουν με διαφορετική έκβαση.

Η νοσταλγία σε χτυπάει υπόγεια. Χωρίς προειδοποίηση και μέθοδο.

Για να νοσταλγώ σήμερα τις στιγμές μαζί της, σημαίνει ότι τα πράγματα δεν κύλησαν όπως θα ήθελα.

Μέχρι πρότινος ήθελα να μπω στη μηχανή που μπήκε ο Τζιμ Κάρει στην «Αιώνια Λιακάδα Ενός Καθαρού Μυαλού», και μαζί της να ξεχάσω όλη την απόγνωση που σου φοράει κολάρο εκείνη η ταινία, όμως πλέον δεν θέλω να πατήσω το delete.

Τώρα πια, θέλω να σκηνοθετήσω διαφορετικά τις τυπωμένες αναμνήσεις μου και να τις δω από εναλλακτικές λήψεις και τα λόγια να πατάνε σε διαφορετικό σενάριο.

Τη θυμάμαι πάντα να είναι εύκολο θύμα αυτοσχέδιων λεκτικών όπλων, φτιαγμένων από ανασφαλείς, ώριμοι άντρες που νοσταλγούσαν τα χρόνια που ένιωθαν πρωταθλητές.

Ήθελα πάντα να της πω ότι ο δρόμος προς την αλλοτρίωση είναι στρωμένος με αμέτρητα “να περνάμε καλά”.

Δεν θα είχε λόγο να διαφωνήσει μαζί μου, ακόμα και τότε.

Και αφού μου έλεγε πόσο δίκιο είχα, θα έπνιγε άλλο ένα χαμόγελο, από αυτά τα απόμακρα και τρυφερά.

Θυμάμαι με πόση ευχαρίστηση χάζευε ανθρώπους να χορεύουν στα πιο παράξενα μαγαζιά της Αθήνας, αλλά χωρίς ποτέ να συμμετέχει.

Θυμάμαι ακόμα ότι κατά βάθος αναζητούσε ζεστές φιλολογικές βραδιές ανάγνωσης, με τσάι και συμπάθεια, για να νιώσει οικειότητα.

Τη σκλάβωναν οι όμορφες λέξεις και στους ποιητές προσέφερε ανοιχτόκαρδα τη λατρεία της.

Έπεφτε βουλιμικά στην πλάνη των φράσεων, ειδικά αυτών που κουβαλούσαν πολλά θαυμαστικά και απαγγέλλονταν με στεναγμούς. 

Αυτών ακριβώς που εγώ αντιπαθούσα.

Είχε την τάση να ονειρεύεται κλεισμένη σε μικρά διαμερίσματα, μπας και την καταπιούν οι τέσσερις τοίχοι και την ξαναγεννήσουν σε βικτωριανά παλάτια.

Πίστευε ότι εκεί θα περνούσε το χρόνο της δακρύζοντας δαντελωτά μαντίλια και ματώνοντας βεντάλιες. 

Εκεί θα ζούσε ένα ντελικάτο δράμα μακριά από την πραγματικότητα.

Τελικά, κατάφερε απλώς να ιδρώνει αφιλόξενα σεντόνια και δωμάτια που έλουζε μόνο το φως μιας τηλεόρασης που δεν κοιτούσε κανείς.

Την εκλιπαρούσα να μη δίνεται σ’ αυτούς που υπογράφουν με μουτζούρα σε συμβόλαια αγάπης που οι ίδιοι έφτιαξαν και που περιέχουν τη λέξη «διαχειρίζομαι» σε κάθε παράγραφο.

Δεν άντεχα να τη βλέπω σαν έξτρα αποσκευή στην πλάτη ανθρώπων που ήθελαν να παραμείνουν ανέγγιχτοι.

Την αντιπαθούσα σχεδόν, γιατί θυσιάζονταν για εκείνους που δεν είχαν ανάγκη καμία αγάπη. Που ήθελαν μόνο να τους αποδέχονται χωρίς προστριβές.

Θυμάμαι μια φορά χαμογέλασε με το θυμό μου, καθώς έδενε σε αλογοουρά τα μαλλιά της.

Με έβαλε σε μια ζεστή γωνιά, με φίλησε, με σκέπασε, μου είπε «εδώ θα είσαι ασφαλής» και έφυγε μέσα στη νύχτα.

Δεν πρόλαβα να της πω ούτε μια αληθινή κουβέντα. Και μου έμεινε αυτή η νοσταλγία για να το ζούσα όλο διαφορετικά.