Η μητέρα μου είναι γλυκιά και τρυφερή και μ' αγαπάει - AllYou.gr

Search

Η μητέρα μου είναι γλυκιά και τρυφερή και μ' αγαπάει

Χατζιδάκις και Ρίτσος, υμνούν τη μητέρα.

14 Μαϊου 2017

“Προσωπογραφία της μητέρας μου” Μάνος Χατζιδάκις


«Η μητέρα μου είναι γλυκιά και τρυφερή και μ' αγαπάει», γράφει ο Μάνος Χατζιδάκις στο κείμενο για την «Προσωπογραφία της μητέρας μου», στο «Χαμόγελο της Τζοκόντα».
«Θα 'θελε να 'χε σταματήσει ο χρόνος εκείνη τη στιγμή που μ' έχει αντίκρυ της και με κοιτάζει. Γνωρίζω εκείνη τη στιγμή καλά, μα δεν μπορώ ούτε μπορεί να τηνε σταματήσει.
Κι έτσι θα μείνει πάντα στη μνήμη μας, ευγενική και τρυφερή να καρτεράει μια δυο στιγμές που πέρασαν, μια δυο στιγμές που έζησα μοναδικά για εκείνη».

«Η μητέρα μου ήταν από την Αδριανούπολη», -γράφει  ο Χατζιδάκις- «κόρη του Κωνσταντίνου Αρβανιτίδη, και ο πατέρας μου απ' την Μύρθιο της Ρεθύμνου, απ' την Κρήτη.
Είμαι ένα γέννημα δύο ανθρώπων που καθώς γνωρίζω δεν συνεργάστηκαν ποτέ, εκτός απ' την στιγμή που αποφάσισαν την κατασκευή μου.

Γι' αυτό και περιέχω μέσα μου χιλιάδες αντιθέσεις κι όλες τις δυσκολίες του Θεού. Όμως η αστική μου συνείδηση, μαζί με τη θητεία μου την λεγόμενη «ευρωπαϊκή», φέραν ένα εντυπωσιακό αποτέλεσμα...»!!!  


 

Προσωπογραφία της μητέρας μου

Η ματιά σου χρυσή, γλυκό κρασί

ο λαιμός σου νησί, εγώ κι εσύ.

Μια φωτογραφία κάτι σαν αγία

μες στο βάθος μιας πηγής.

Δέξου τη μαγεία που έχει η λειτουργία

και το τέλος μιας φυγής.

 

Σιωπηλή με κοιτάς και με ζητάς

τη στιγμή σταματάς και με κρατάς

μέσα στο σκοτάδι που είναι σ’ ένα χάδι

κι είναι σημάδι απ’ τον καιρό.

Δε θα σε ξεχάσω κι ούτε θα σε χάσω

κάπου θα σε ξαναβρώ... 

 


«Μητέρα…» - Γιάννης Ρίτσος


…Είχαμε τον κήπο στην άκρη της θάλασσας.
Απ’ τα παράθυρα γλιστρούσε ο ουρανός
κι η μητέρα καθισμένη στο χαμηλό σκαμνί
κεντούσε τους αγρούς της άνοιξης
με τα ανοιχτά κατώφλια των άσπρων σπιτιών
με τα όνειρα των πελαργών στην αχυρένια στέγη
γραμμένη στη λευκή διαφάνεια…
Η μητέρα μού κρατούσε τα χέρια.

Μα εγώ πίσω απ’ τον τρυφερό της ώμο
πίσω απ’ τα μαλλιά της τα χλωμά
στρωτά μ’ ένα άρωμα υπομονής και ευγένειας
κοιτούσα σοβαρός τη θάλασσα…
Μας πήραν το θαλασσινό τραγούδι
Μας δέσαν τα θαλασσινά μας πόδια.

Παιδάκια σιωπηλά κι απορημένα
με τ’ αλατισμένα ματόκλαδα
με τα μεγάλα μάτια τα γαλάζια
περνάμε φοβισμένα στις μεγάλες πολιτείες
κάτω απ’ τα νοσοκομεία που μυρίζουν ύπνο κι ιδρώτα
κάτω απ’ τα σπίτια με τους κόκκινους γλόμπους
κάτω απ’ τα μέγαρα που καπνίζουν αίμα νύχτα κι αρπαγή.


Μητέρα, μητέρα πού αρνηθήκαμε
την τρυφερή σοφία των δακρύων σου
πού ‘ναι το μακρόθυμο χέρι σου
με την έκφραση της καρτερίας
πού ‘ναι το χέρι σου
ν’ ακούσουμε την αυγή και τη θάλασσα
να ζεστάνουμε τη μοναξιά;

ο ουρανός γκρεμίστηκε στα δάκρυα των αθώων…

Πόρτες χάσκουν στη νύχτα. Ξίφη αστράφτουν.
Ένα φεγγάρι αποκεφαλισμένο.
Οι άνθρωποι ετοιμάζουν σκάλες
Με ανθρώπινα κόκαλα Για ν’ ανέβουν.

Κύριε, Κύριε κι εμείς εδώ
στη μέση των μεγάλων δρόμων
λυπημένοι κι αδέξιοι
με το άδειο δισάκι στα χέρια
μ’ ένα κλουβί αηδονιών στη ράχη
με την πλατιά μνήμη της θάλασσας στο μέτωπο
με χέρια αθώα κι απορημένα που δεν επαιτούν.

Μητέρα δε μας μένει τίποτα.
Πού θ’ απαγκιάσουμε;
Πού θα κοιμηθούμε;… [3]

 

×