Μια ξενάγηση στην Αθήνα του χτες και του σήμερα μέσα από τα βιβλία - AllYou.gr

Search

Μια ξενάγηση στην Αθήνα του χτες και του σήμερα μέσα από τα βιβλία

Μπες σε μια χρονομηχανή από λέξεις και ταξίδεψε από την Ομόνοια μέχρι το Κολωνάκι και από το 1930 μέχρι τις μέρες μας, παρέα με την Άλκη Ζέη, τον Νίκο Γκάτσο, τον Οδυσσέα Ελύτη και ένα πλήθος ακόμη υπαρκτών και επινοημένων προσώπων.

21 Ιουνίου 2018
Συντάκτης : Γωγώ Καρκάνη

Η θεία Ξανθή της Άλκης Ζέη ζούσε στην οδό Σόλωνος και Μπενάκη σ’ ένα ρετιρέ, «σπάνιο για κείνη την εποχή, με πολύ μεγάλη βεράντα που έβλεπες αποκεί όλη την Αθήνα και την Ακρόπολη και τη θάλασσα ακόμα. [...] Εκεί ανάμεσα στους δύο ορόφους ήταν δύο μεγάλα δωμάτια χαμηλοτάβανα με παράθυρα που έβλεπαν τις στέγες του διπλανού σπιτιού. Στο ένα βρισκόντανε διάφορα μπαούλα, η σιδερώστρα και το σίδερο με κάρβουνα – το λέγανε βαποράκι. Στο άλλο, σκόρπια εδώ κι εκεί, τα παιχνίδια μας» γράφει η Άλκη Ζέη στο αυτοβιογραφικό βιβλίο της «Με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο» (εκδ. Μεταίχμιο). Βρισκόμαστε κάπου στη δεκαετία του '30, όταν η Άλκη Ζέη ήταν ακόμα ένα μικρό κορίτσι που ζούσε με την οικογένειά του στο κέντρο της Αθήνας.

Κυρίες και κύριοι, καλώς ήρθατε σε μια διαφορετική ξενάγηση στην πόλη μας, ένα ταξίδι στο χτες και το σήμερα μέσα από τις σελίδες των βιβλίων.

zei.jpg

 

Τα πρώτα παιδιά της πολυκατοικίας

H πολυκατοικία όπου ζούσε η θεία Ξανθή της Ζέη ήταν ήδη μια από τις πολλές που είχαν χτιστεί στην Αθήνα την περίοδο του Μεσοπολέμου. «Η θέα της Αθήνας σε φωτογραφίες της Κατοχής μάς δείχνει τα ψηλά κτίρια που είχαν ήδη αρχίσει να πυκνώνουν, κατά κύριο λόγο, στο Κολωνάκι και στο Σύνταγμα, και πιο μακριά, στην Πατησίων» γράφει ο δημοσιογράφος Νίκος Βατόπουλος στο βιβλίο του «Περπατώντας στην Αθήνα» (εκδ. Μεταίχμιο). «Μέσα σε αυτές τις πολυκατοικίες του Μεσοπολέμου μεγάλωσε η πρώτη γενιά Αθηναίων που τις κατοίκησε ως παιδιά.

»Γεννημένα τις δεκαετίες του '20, του '30 και του '40, τα πρώτα εκείνα παιδιά βίωναν την εμπειρία της αθηναϊκής διαβίωσης στις υπερμοντέρνες εκείνες πολυκατοικίες, που σήμερα είναι κομμάτι της αρχιτεκτονικής μας κληρονομιάς, και μεγάλωναν με μια καινοφανή εμπειρία για την ιστορία της πόλης: να είναι μέρος τα ίδια της νέας μητροπολιτικής αφήγησης της πόλης που απλωνόταν».

Ο ίδιος γράφει σε ένα άλλο σημείο του βιβλίου του: «Στις πολυκατοικίες του ώριμου μοντερνισμού, του 1935, π.χ., δεν είναι μόνο η κινηματογραφική αισθητική της αρ ντεκό, οι αδρές γραμμές Bauhaus, η σοφή οικονομία και η φιλτραρισμένη πολυτέλεια σε συνδυασμό, αλλά το κυτταρικό ήθος μιας άλλης πόλης που αναδυόταν εκδικητική και τολμηρή για να κατακτήσει μια καινοφανή ταυτότητα».

Και παρότι αυτή η ορμή της πόλης να κατακτήσει μια νέα ταυτότητα σύντομα ανακόπηκε από τη γερμανική Κατοχή, η δημιουργική ορμή των κατοίκων της δεν έσβησε. Σε εκείνη τη σκοτεινή περίοδο η Άλκη Ζέη έγραψε το πρώτο της έργο, μια παράσταση για μαριονέτες με ήρωα τον «Κλούβιο», που θα ανέβαζε στο σχολείο της, τη σχολή Αηδονοπούλου.

vatopoulos.jpg

 

Στο Πατάρι του Λουμίδη με τον Γκάτσο

Κάθε Κυριακή η Ζέη μαζί με μια συμμαθήτριά της πήγαιναν στο σπίτι της καθηγήτριάς τους Ελένης Περάκη, στο Κολωνάκι, να προετοιμαστούν για την παράσταση:

«Παίρναμε το γκαζοζέν, βγαίναμε στην Ομόνοια κι αποκεί με τα πόδια ως τη Μαρασλή. Όλα τα όνειρά μας σ’ αυτή τη διαδρομή τα λέγαμε. Μετά ανεβαίναμε όλα τα σκαλιά της Μαρασλή ως το τέρμα τους. Κι αποκεί και πάνω δεν υπήρχε τίποτα, μόνο χωράφια και σ’ ένα υψωματάκι, σαν άσπρος φάρος, το σπίτι της Περάκη. Κάτασπρο, με τις καμάρες του, σαν νησιώτικο, και γύρω του τα χωράφια σαν απέραντο πέλαγος. Από την αυλή όμως μπορούσαμε να δούμε τη θάλασσα. [...] Μόλις ανεβαίναμε τα σκαλιά και βλέπαμε πέρα στην κορφή το άσπρο σπιτάκι, ήτανε σαν να βρισκόμασταν ξαφνικά σε άλλο κόσμο. Χωρίς πόλεμο, χωρίς Γερμανούς, χωρίς πείνα...».

Όταν τελικά ανέβηκε η παράσταση του «Κλούβιου» στο σχολείο της Ζέη, ανάμεσα στο κοινό ήταν ο Εμπειρίκος, ο Ελύτης, ο Γκάτσος, ο Μάριος Πλωρίτης και ο μετέπειτα σύζυγος της Ζέη και θεατρικός συγγραφέας, Γιώργος Σεβαστίκογλου.

Μετά την παράσταση η Άλκη και η αδερφή της, Λένα, βρέθηκαν μαζί τους στο «Πατάρι του Λουμίδη» στη Σταδίου, ιστορικό στέκι για καλλιτέχνες και διανοούμενους. «Να μαστε λοιπόν καθισμένες στου Λουμίδη δίπλα δίπλα, να πίνουμε ένα θεόπικρο ζουμί που το λένε εσπρέσο. [...] Κοίταζα τη Λενούλα που έπινε αυτό το εσπρέσο χωρίς μορφασμό και τα μάτια κολλημένα στον Γκάτσο. Τον κοίταξα κι εγώ. [...] Πολύ ψηλός, μάτια σχιστά, αριστοκρατικά χέρια. Κατάμαυρα μαλλιά. Έμοιαζε με ισπανό ευγενή». 

Η Ομόνοια, η Σταδίου και οι γύρω δρόμοι έσφυζαν πάντα από ζωή, ακόμα και στην Κατοχή. Όμως στις 12 Οκτωβρίου του 1944, ημέρα της απελευθέρωσης, ξεχείλιζαν από χαρά. «Κατεβαίνουμε στην Ομόνοια» γράφει η Ζέη. «Κόσμος, κόσμος στους δρόμους χορεύει και τραγουδάει. Ανεβαίνουμε τη Σταδίου. Κρατιόμαστε σφιχτά μην χαθούμε. Όχι, δεν θα ‘θελα με τίποτα να ‘χανα τον Γιώργο [Σεβαστίκογλου] μέσα στο πλήθος. Τον κοιτάζω, λάμπει από ευτυχία, έτσι θα λάμπω κι εγώ κι όλος ο κόσμος δίπλα μας

- Η πιο ευτυχισμένη μας μέρα, λέει ο Γιώργος. Ποτέ πια, ποτέ πια τίποτα κακό δεν θα μας συμβεί». 

Η Ζέη δυσκολευόταν να πιστέψει ότι δεν θα τους συνέβαινε ποτέ πια τίποτα κακό και η ιστορία δυστυχώς τη δικαίωσε. Ακολούθησαν τα Δεκεμβριανά και ο Εμφύλιος. 

Στο μεταξύ, μέσα στο ίδιο πλήθος όπου η Άλκη Ζέη και ο Γιώργος Σεβαστίκογλου γιόρταζαν την απελευθέρωση, γνωρίστηκαν η Μαρία με τον Μίμη, δύο από τους φανταστικούς ήρωες της Μαίρης Μαγουλά στο μυθιστόρημά της «Το πιο μακρύ ταξίδι» (εκδ. Μεταίχμιο): «Ανάμεσα σε χιλιάδες κόσμου που ύστερα από τριάμισι χρόνια σκλαβιάς ανέπνεε για πρώτη φορά τον αέρα της ελευθερίας, ο νεαρός με τα μελένια μάτια την πλησίασε και αναφωνώντας όπως όλοι "Χριστός Ανέστη" την ασπάστηκε δίνοντάς της τη μία από τις δύο σημαίες που κρατούσε». 

magoula.jpg

 

Στη χρονομηχανή της Πλάκας

Το ζευγάρι έφτιαξε τη ζωή του σε ένα μικρό δίπατο σπίτι στην οδό Αφροδίτης στην Πλάκα, «ένα στενό δρομάκι, μια σπιθαμή, με σκορπισμένα δεξιά κι αριστερά πολύχρωμα σπιτάκια». Η ιστορία της Μαγουλά μάς μεταφέρει, στη συνέχεια, στο 1953, για να συναντήσουμε λίγα στενά πιο πάνω, στα Αναφιώτικα, μια άλλη ηρωίδα της, τη φτωχή και ορφανή Μαργαρίτα. 

Οι προπάπποι της Μαργαρίτας, εξειδικευμένοι τεχνίτες από την Ανάφη, είχαν έρθει στα μέσα του 19ου αιώνα να εγκατασταθούν στην περιοχή, δίνοντας «μια πνοή αιγαιοπελαγίτικης αύρας στη νεοκλασική πόλη» («Το πιο μακρύ ταξίδι»). Εκεί χτίστηκε εν μία νυκτί το παράνομο σπιτάκι όπου ζούσε πλέον μόνη της η Μαργαρίτα, ένα μικρό λευκό τετράγωνο οίκημα 20 τετραγωνικών που τον βασικό τοίχο του αποτελούσε ο ακρογωνιαίος βράχος της Ακρόπολης. «Ένα δωμάτιο όλο κι όλο με μια μικρή ντουλάπα, ένα τραπέζι κι ένα κρεβάτι. Στη γωνία ένα υποτυπώδες κουζινάκι κι έξω κολλημένη μια μικρή τουαλέτα με κρεμασμένο παραδίπλα τον τσίγκινο τενεκέ με το βρυσάκι».

Η Μαργαρίτα ήταν η καλύτερη φίλη του Νικόλα, που μεγάλωνε με τον παππού του, τον Ανέστη, ο οποίος έβγαζε τα προς το ζην δουλεύοντας ως αμαξάς. Κάποια βράδια που τα βήματα του Νικόλα τον οδηγούσαν στην Κυδαθηναίων, έσπαγε η μύτη του από τη μυρωδιά του μπακαλιάρου που ερχόταν από την ταβέρνα του Δαμίγου, «Τα μπακαλιαράκια του Δαμίγου» με έτος ιδρύσεως το 1865, ένα υπόγειο που το κατώφλι του, σύμφωνα με τη Μαγουλά, «διαβήκαν γνωστές διασημότητες της πολιτικής, κοινωνικής και καλλιτεχνικής Αθήνας». 

anafiwtika2.jpg

Αναφιώτικα.

Ο Ανέστης, ωστόσο, είχε για στέκι του την ταβέρνα του Σταματόπουλου, ένα ακόμα πλακιώτικο ορόσημο, που λειτουργεί από το 1882: 

«Ο ήλιος είχε δύσει, το σούρουπο έντυνε με τις σκιές του τα χαμηλά σπιτάκια με τις γαζίες και τις κληματαριές. Διέσχιζε την Τριπόδων όταν μια σιγανή τρεμουλιαστή μελωδία χάιδεψε τ’ αυτιά του. Η μελωδία της παλιάς λατέρνας. Ο λατερνατζής είχε κατεβάσει από την πλάτη το ογκώδες όργανο, είχε γυρίσει τη μανιβέλα κι όμορφες μελωδίες ξεχύνονταν στον δρόμο. [...] Έκανε άλλα δυο τρία βήματα και στη διασταύρωση με τη Λυσίου άνοιξε την πόρτα της ταβέρνας του Σταματόπουλου.

»Άνθρωποι του λαού, άνθρωποι βασανισμένοι αποζητούσαν με τη ρετσίνα και το τραγούδι να διασκεδάσουν, να εκτονωθούν, να λησμονήσουν, μα και να ονειρευτούν. Να ονειρευτούν ένα αύριο καλύτερο για τους ίδιους και τα παιδιά τους. Ένα μέλλον σε μια Ελλάδα γιατρεμένη απ’ τις πληγές του πολέμου, της Κατοχής, της πείνας και του Εμφυλίου». 

Αστικά διαμερίσματα

Προς το παρόν όμως, οι πληγές όχι μόνο ήταν ανοιχτές αλλά είχαν κακοφορμίσει. Ακόμα και στα αστικά διαμερίσματα που έδιναν την εντύπωση της γαλήνιας και τακτοποιημένης ζωής. Όπως στην κατοικία μιας οικογένειας του ’50 που είχε πλουτίσει «από την κατασκευή λουκουμιών και σαπουνέ χαλβά», την οποία φαντάζεται ο Αλέξης Πανσέληνος στο μυθιστόρημά του «Ελαφρά ελληνικά τραγούδια» (εκδ. Μεταίχμιο):

«Η οικογένεια Μπιρδιμήρη κατοικεί στον τέταρτο όροφο του πενταώροφου, γωνία Τοσίτσα και Σπυρίδωνος Τρικούπη. Το κτίριο, από αρχιτέκτονα περιώνυμο, σπουδασμένον στη Γερμανία, χτίστηκε σε ύφος Μπάουχαους, με στενόμακρα παραλληλόγραμμα παράθυρα, κοντά παραπέτα, ολόισιες σιδεριές στα μπαλκόνια και πρόσοψη σκαλισμένη ρελιέφ για να αναχαιτίζει τη θερμότητα του ήλιου.

»Παρά τις μοντέρνες, λιτές εξωτερικές γραμμές του κτιρίου, το διαμέρισμα του Πέλου Μπιρδιμήρη είναι επιπλωμένο με μια ανάμειξη από παλιότερα στιλ. [...] Οι γονείς του γαμπρού προμήθευσαν στο ζεύγος τραπεζαρία Αντιβασιλείας και κρεβατοκάμαρα Αμπίρ, το σόι της νύφης δώρισε σαλόνι αγγλικό, δερμάτινους καναπέδες και πολυθρόνες, κουζίνα ρουστίκ με πάγκους και καρδιόσχημες τρύπες στις ράχες των καθισμάτων και βιβλιοθήκη ιαπωνικού ύφους. [...]

»Τα παιδιά –Παύλος και Βιργινία– πηγαίνουν στη Σχολή Μπερζάν της οδού Μαυροματαίων. Τον Ιούλιο η οικογένεια κάνει ένα μήνα τα μπάνια της στο Λουτράκι και κατόπιν ξεκαλοκαιριάζει στο "Θεοξένεια" της πλατείας Κεφαλαρίου στην Κηφισιά». 

panselinos.jpg

Επιστήθια φίλη της κυρίας Μπιρδιμήρη είναι η Μερόπη Ελευθεροπούλου, η οποία ζει στην Μπλε Πολυκατοικία της πλατείας Εξαρχείων, που την εποχή του μυθιστορήματος «ακόμα διατηρεί το αρχικό της [μπλε] χρώμα όπως το μελέτησε ο ζωγράφος Παπαλουκάς» κατά τον Πανσέληνο. Το εμβληματικό αυτό κτίριο, σε λευκό πλέον σήμερα, κατασκευάστηκε το ’30 ακολουθώντας τις αρχές του μοντερνισμού, κάνοντας ακόμα και τον διάσημο αρχιτέκτονα και διακοσμητή Λε Κορμπυζιέ να αναφωνήσει «C' est tres beau» («Είναι πολύ όμορφη»). 

Στο μυθιστόρημα του Πανσέληνου, η Μπλε Πολυκατοικία δεν στεγάζει μόνο το διαμέρισμα του ζεύγους Ελευθεροπούλου αλλά και το γραφείο του συζύγου, Ιωάννη Ελευθεροπούλου, που δηλώνει «επιχειρηματίας» αλλά του οποίου οι δραστηριότητες καλύπτονται από ένα πέπλο μυστηρίου. Από το παράθυρο του προθαλάμου του γραφείου μάς δίνεται μια εικόνα των τότε αλλά και τώρα Εξαρχείων, καθώς «διακρίνεται η άδεια ταράτσα του "Βοξ" και πίσω από τη λευκή οθόνη οι στέγες και τα μπαλκόνια της Θεμιστοκλέους και της Δερβενίων».

mple_polikatoikia.jpg

H Μπλε Πολυκατοικία όπως είναι σήμερα.

Και ενώ κάποιοι υποδαυλίζουν τον εθνικό διχασμό, οι εκτελέσεις συνεχίζονται και η λίστα των ανθρώπων που πέφτουν νεκροί στο όνομα κάποιας ιδεολογίας μακραίνει, η πόλη προσπαθεί να αναγεννηθεί ή έστω να φτιασιδωθεί με λίγη χρυσόσκονη. Το 1952 η εφημερίδα «Έθνος» διοργανώνει καλλιστεία στο ξενοδοχείο Μεγάλη Βρετανία και ο Πανσέληνος περιγράφει το γεγονός ως εξής: «Από ενωρίς το απόγευμα έμπροσθεν της μεγαλοπρεπούς εισόδου του ιστορικού ξενοδοχείου της πλατείας Συντάγματος, έχει συγκεντρωθεί πλήθος, το οποίον περιμένει την άφιξη των ένδεκα καλλονών που προκρίθησαν, των ένδεκα ωραίων Ελληνίδων που διαγωνίζονται διά την εκλογή της επικρατεστέρας και την ανακήρυξί της ως Σταρ Ελλάς [...]

»Συνωθείται ο κόσμος στα σκαλοπάτια της εισόδου από την Καραγεώργη Σερβίας, αλλά δεν μπορεί να μπει ο καθένας, μόνο όσοι έχουν το μαγικό χαρτάκι. Οι λιμουζίνες έχουν τραβήξει πιο κάτω προς το "Κινγκ Τζωρτζ", για να μην εμποδίζουν τα αυτοκίνητα και τα ταξί που αποβιβάζουν τους επισήμους και τους καλεσμένους, και οι οδηγοί καπνίζουν ακουμπισμένοι στην καρότσα του ο καθένας, με την ελπίδα πως στο τέλος της γιορτής θα πετύχουν την κούρσα της εβδομάδας από καμιά παρέα γλεντζέδων που θα θέλουν να συνεχίσουν την ξεχωριστή αυτή βραδιά σε κάποιο από τα κέντρα του Πειραιά ή της Πλάκας ή ακόμα πιο καλά στο Κεφαλάρι, στη Βαρυμπόμπη και στη Δροσιά».

Η Αθήνα «εκσυγχρονίζεται»

Το ’50 η Αθήνα μπαίνει σε πορεία «εκσυγχρονισμού», η οποία σύμφωνα με τη Μαγουλά κορυφώνεται προς το τέλος της δεκαετίας. «Ωστόσο για να δοθεί λύση στο οικιστικό πρόβλημα που προέκυψε με το κύμα της απρόσμενης εσωτερικής μετανάστευσης άρχισε η άναρχη δόμηση. Με τη μέθοδο της αντιπαροχής και των ελαστικών συντελεστών δόμησης εξαφανίστηκαν αρχοντικά, λαϊκές κατοικίες, αυλές και κήποι. Η Αθήνα γέμισε με ακαλαίσθητες και φτηνής κατασκευής πολυκατοικίες, με διαμερίσματα πενήντα έως εβδομήντα τετραγωνικών με φωταγωγούς και ακάλυπτους χώρους

»Τον Φεβρουάριο του 1959 θεμελιώθηκε το ξενοδοχείο "Χίλτον", την ίδια ώρα που οι μπουλντόζες, με άλλοθι την τεχνική ανάπτυξη, ισοπέδωναν τα πάντα. Κι έτσι η πόλη προχώρησε και μεταμορφώθηκε, φέρνοντας παράλληλα και αλλαγές στα ήθη». 

Κάποια σπαράγματα του παρελθόντος, όμως, παραμένουν μέχρι σήμερα. Λίγο πιο ψηλά από το Χίλτον, στο τρίγωνο που σχηματίζει η Μιχαλακοπούλου με τις οδούς Πόντου και Λαοδικείας, ο Νίκος Βατόπουλος ανακάλυψε σε μια από τις πρόσφατες περιπλανήσεις του «μια φλούδα γης με ένα σαραβαλιασμένο σπιτάκι. [...]

»Από την πλευρά της Μιχαλακοπούλου, η όψη έχει όλη φύγει. Είναι ένα χάλασμα. Αλλά από την πλευρά της Λαοδικείας, τα κουρτινάκια στο παράθυρο μου θύμισαν τα σπιτάκια που φώτιζαν στην καρδιά ενός μαύρου δάσους σε κάποιες σελίδες παραμυθιού.

»Σαν αυτό υπήρχαν πολλά, μερικά τα θυμάμαι, κατά μήκος της όχθης του Ιλισού ή χωμένα κάτω στην κοίτη, να βλέπει κανείς από ψηλά μόνο τα ξεχαρβαλωμένα κεραμίδια, τις λαμαρίνες, τις μπουγάδες. Ένα τέτοιο σπιτάκι υπήρχε έως πρόσφατα και πιο κάτω, στη Βασιλέως Κωνσταντίνου, γωνιά με Αντήνορος, απομεινάρι της παλιάς ζωής».

tsamadou.jpg

Ερειπωμένο σπίτι στην Τσαμαδού: φωτογραφία από το βιβλίο του Νίκου Βατόπουλου.

 

Στην Αθήνα του αύριο

Κυρίες και κύριοι, κάπου εδώ η ξενάγησή μας πλησιάζει στο τέλος της. Πολλές είναι οι ιστορίες που εκτυλίσσονται στο λαμπερό ή σκοτεινό παρελθόν της Αθήνας, ίσως όμως αυτό που μένει να γραφτεί να είναι ένα μυθιστόρημα που θα τοποθετείται στο μέλλον της: μια λογοτεχνική δυστοπία ή, ακόμα καλύτερα, μια ουτοπία. Τη δυστοπία άλλωστε κατά κάποιον τρόπο τη ζούμε ήδη, καθώς ο Βατόπουλος γράφει σήμερα για τους «μοντέρνους ερειπιώνες της Αθήνας», σε μια εποχή που «θα μείνει στην ιστορία της πόλης, στη διάρκεια της οποίας ένας τεράστιος αριθμός κτιρίων, που είχε ήδη αρχίσει να παρακμάζει με ταχείς ρυθμούς εδώ και πολλά χρόνια, εν τέλει αφέθηκε, εγκαταλείφθηκε και σάπισε». 

Ο ίδιος ωστόσο, τολμώντας να κάνει μια πρόβλεψη για τα επόμενα χρόνια, πιστεύει ότι δεν έχουν χαθεί, και δεν θα χαθούν, τα πάντα. «Υπάρχουν ολόκληροι δρόμοι σε πολλές συνοικίες της Αθήνας που στις δεκαετίες που θα ακολουθήσουν θα συγκινούν και θα περπατιούνται γιατί θα έχουν ατμόσφαιρα και ιστορικό βάθος. Το νιώθω ήδη από τώρα, ιδίως στις περιοχές εκείνες όπου υπάρχουν πολυκατοικίες σωστά μελετημένες, σε δρόμους όπου μπορεί να δει κανείς και παλαιότερες μονοκατοικίες».

Δύο πολυκατοικίες για παράδειγμα που παρατήρησε, δίπλα δίπλα στην οδό Καρνεάδου, «ξετύλιξαν μέσα μου ένα νέο νήμα για την Αθήνα όπως θα αγαπιέται στο μέλλον. [...] Όταν είδα πώς ακουμπούσε η μία πολυκατοικία δίπλα στην άλλη, η μία από τα τέλη της δεκαετίας του 1950 και η άλλη από τα μέσα της δεκαετίας του 1930, ένιωσα ότι ήμουν απέναντι στην καρδιά του 20ού αιώνα, έτσι όπως τον κατανόησε και τον εξέφρασε ο αθηναϊκός δρόμος».

 



Ακολούθησε το allyou στο Instagram!