Το κεράκι της Λαμπρής – ένα παραμύθι για τη δύναμη της αγάπης

Μια εικονική επίσκεψη για Πάσχα στο «χωριό» της παιδικής μας ηλικίας

Αγγελική Λάλου

 

Μια φορά κι έναν καιρό σε ένα χωριό της εξοχής, η φύση ολόκληρη προετοιμαζόταν για το μεγάλο Πάσχα. Τα δέντρα είχαν ανθίσει και ήταν σχεδόν έτοιμα να καρποφορήσουν. Τα λουλούδια έφτιαχναν στους αγρούς έναν υπέροχο καμβά με όλων των λογιών τα χρώματα. Όπου κι αν έπεφτε το βλέμμα σου η ομορφιά του τοπίου ήταν αδύνατο να περιγραφεί με λέξεις. Ένας ζωντανός πίνακας που αποδείκνυε για άλλη μια φορά περίτρανα ότι η άνοιξη ήταν σπουδαίος ζωγράφος.
Τα ζωντανά του κάμπου επίσης απολάμβαναν το θαύμα της αναγέννησης και έπαιρναν τα πάνω τους μετά από έναν κουραστικό χειμώνα. Πρόβατα και κατσικάκια έβοσκαν το φρέσκο χορτάρι. Μουλάρια μετά τις αγροτικές εργασίες ξεδιψούσαν στα γάργαρα νερά του ποταμού, που ήταν ακόμα ορμητικό, καθώς τα τελευταία χιόνια συνέχιζαν να λιώνουν στα γύρω βουνά.

Οι πρώτες χελώνες ξυπνούσαν κι έκαναν βουτιά στους βάλτους, δίπλα στα βατράχια που έφτιαχναν νέο ρεπερτόριο από τραγούδια. Οι γάτες και οι σκύλοι του χωριού λιάζονταν στην πλατεία. Μέχρι και τα χελιδόνια είχαν επιστρέψει κι έφτιαχναν τις φωλιές στους ανάμεσα στα κόκκινα κεραμίδια στις στέγες. Τα πουλιά κελαηδούσαν ασταμάτητα κι οι πεταλούδες δεν ήξεραν σε ποιο άνθος να πρωτοκαθίσουν για να τρυγήσουν το νέκταρ.
Οι νοικοκυρές ασβέστωναν τις αυλές. Συγύριζαν μέσα έξω το σπίτι τους. Μάζευαν τα φρέσκα αυγά για να τα βάψουν τη Μεγάλη Πέμπτη. Ζύμωναν τσουρέκια και φούρνιζαν πασχαλινά κουλουράκια. Οι άντρες ασχολούνταν με τις δικές τους δουλειές. Άλλοι στα χωράφια. Άλλοι στις στάνες… άλλοι στα μαγαζιά. Τα παιδιά απολάμβαναν το κλείσιμο του σχολείου, όσα έμεναν ήδη εδώ αλλά κι όσα είχαν έρθει στο χωριό από τις πόλεις για να δουν αυτές τις άγιες μέρες τους συγγενείς τους – κυρίως τον παππού και τη γιαγιά, αφού πλέον στο χωριό έμεναν πιο πολύ ηλικιωμένοι.


Ο κυρ Λάμπρος έμενε στο πετρόκτιστο σπίτι πάνω πάνω στην άκρη του λόφου. Ήταν το τελευταίο σπίτι στο χωριό. Εκείνος κι αν ετοιμαζόταν για το Πάσχα… όχι δεν είχε κοτέτσι για να πουλήσει αβγά για βάψιμο. Δεν είχε ζώα για να ετοιμάσει για το πασχαλινό τραπέζι. Δεν είχε μποστάνι για να μαζέψει τα ζαρζαβατικά.

Είχε κυψέλες με μελίσσια. Μάζευε το μέλι, τον βασιλικό πολτό, την κηρύθρα και τα έβαζε σε βάζα, όπου έκλεινε μέσα με προσοχή όλα τα ωφέλιμα και θρεπτικά συστατικά. Το μέλι του ήταν γνωστό και ξακουστό. Οι μέλισσές του μπορούσαν να επιλέξουν όχι μόνο τα γύρω άνθη των λουλουδιών αλλά και τα κωνοφόρα δέντρα του δάσους που άρχιζε λίγο πιο πάνω από τις κυψέλες. Έτσι το μέλι του συνδύαζε δύο ποικιλίες, το ανθόμελο και το δασόμελο, έχοντας μια εντελώς δική του ιδιαίτερη γεύση. Πολύ ξεχωριστό επίσης ήταν και το άρωμά του.


Ο κυρ Λάμπρος, που τα τελευταία χρόνια έμενε μόνος του, εκτός από μέλι έφτιαχνε και κεριά. Φυσικό κερί από το κερί της μέλισσας, κι όχι τεχνητό. Από αυτό που είχαν παλιά οι εκκλησίες και τα ξωκλήσια, που το άναβες και μοσχοβολούσαν οι προσευχές των πιστών. Που το κράταγες στο χέρι κι έπειτα ευωδίαζαν τα δάχτυλά σου. Έφτιαχνε πλέον λαμπάδες, αρωματικά κεριά, διακοσμητικά αντικείμενα και συνθέσεις με λουλούδια αποξηραμένα, κλαδιά, πέτρες ως και κοχύλια. Μόνο κεριά για την εκκλησία του χωριού δεν έφτιαχνε…

Απ’ όταν αρρώστησε η γυναίκα του και πέθανε, σταμάτησε να πηγαίνει στην εκκλησία. Ο γιος του έλειπε χρόνια στο εξωτερικό και τα εγγόνια του τα ήξερε κυρίως από φωτογραφίες. Εκείνος τους έφτιαχνε πάντα ωστόσο από μία λαμπάδα και τους τις έστελνε κάθε χρόνο για το Πάσχα… κι ας είχε την ελπίδα πως κάποιο Πάσχα θα έρχονταν στο χωριό για να κάνουν μαζί Ανάσταση.


Και να που φέτος ήρθε η στιγμή που θα γινόταν έπειτα από πολλά χρόνια η ευχή του αυτή πραγματικότητα. Του είχε στείλει γράμμα ο γιος του που του έλεγε ότι θα ερχόταν με την οικογένειά του και να μη στείλει λαμπάδες για να τους τις δώσει εκεί. Για να μην τον κουράσουν μάλιστα του ζήτησαν μόνο να ετοιμάσει από ένα απλό άσπρο κεράκι για λαμπάδα.

Ο κυρ Λάμπρος από τη χαρά του άρχισε να πηγαίνει πάλι στην εκκλησία του χωριού, μάλιστα πλέον έπαιρναν από τα δικά του κεριά. Το πρώτο δικό του κερί που έφερε στην εκκλησία -ξανά μετά από χρόνια- το άναψε αφού πρώτα προσευχήθηκε με ευλάβεια κι ενώ ζήτησε με ειλικρινή μετάνοια να συγχωρεθεί για τον θυμό και τη θλίψη που ένιωθε για την απώλεια της γυναίκας του αλλά και για τη μοναξιά του. Τόσο ειλικρινά και με τέτοια ζέση ψυχής προσευχήθηκε που το κερί εκείνο δεν έχει σβήσει από τη μέρα που το άναψε. Κι ο νεωκόρος της εκκλησίας δεν το σβήνει αλλά το αφήνει στο καντηλέρι για να ανάβουν οι πιστοί τα δικά τους κεριά.


Λίγες ωστόσο μέρες πριν από το Πάσχα ο κυρ Λάμπρος αρρώστησε και δεν μπόρεσε να φτιάξει λευκά κεριά για την Ανάσταση, ενώ ένα τηλεγράφημα τον ενημέρωνε πως κακοκαιρία δεν επέτρεπε στον γιο του να ταξιδέψουν έγκαιρα κι ότι ίσως αργούσαν κάποιες μέρες. Ο κυρ Λάμπρος έχοντας γυρίσει στην εκκλησία και έχοντας ξαναβρεί την πίστη του δεν ήθελε να στεναχωρηθεί ούτε να χάσει την ελπίδα του. Έφτασε το Μεγάλο Σάββατο όταν ένιωσε κάπως ότι είχε αναρρώσει κι ότι είχε δύναμη να βγει από το σπίτι. Όταν μπήκε στην εκκλησία οι συγχωριανοί του χάρηκαν που τον είδαν και χαμογέλασαν, μάλιστα δεν είχαν αγοράσει από αλλού κεριά και δεν τους πείραζε να κάνουν Ανάσταση με καφέ κεριά.

Όταν έσβησαν τα φώτα στην εκκλησία κι ήταν η ώρα να ακουστεί το Δεύτε λάβετε φως, το μόνο κερί που άναβε ακόμα ήταν το κερί που δεν έλιωνε…όταν πήγε ο νεωκόρος να το σβήσει είδε ότι έσβησε μόνο του κι ότι σβήνοντας έγινε λευκό… ύστερα κοίταξε στο παγκάρι κι είδε και τα υπόλοιπα κεριά να έχουν γίνει λευκά. Έδωσε τότε το λευκό πια κερί που δεν έλιωνε στον κυρ Λάμπρο για να έχει εκείνος την τιμή να πάρει πρώτος το άγιο φως.

Ο παπάς άναψε με το άγιο φως το κερί του κυρ Λάμπρου κι ύστερα θα έβγαιναν όλοι έξω για να ψάλλουν την αναστάσιμη λειτουργία στον περίβολο… όπως βγήκε έξω ο κυρ Λάμπρος ένιωσε κάποιον να του σκουντάει απαλά την πλάτη κι άκουσε μια παιδική φωνή να λέει “παππού θα μας ανάψεις κι εμάς με το άγιο φως” κι είδε γυρνώντας ένα αγόρι κι ένα κορίτσι και πίσω τους αναγνώρισε το γιο του. Το “Χριστός ανέστη” τον βρήκε αγκαλιά με την οικογένειά του. Γύρισαν σπίτι με τα λευκά κεράκια. Το κερί που δεν λιώνει το άφησε να ανάβει στην εκκλησία. Ακόμα ανάβει. Οι πιστοί το λένε το κερί της αγάπης.

(αφιερωμένο στην οικογένειά μου – και ιδιαίτερα στη μνήμη του μπαμπά μου – σε ένα αερικό – πάντα με αγάπη)

(το παραμύθι είναι ανέκδοτο και ανήκει στην Αγγελική Λάλου – οι φωτό του θέματος είναι “αλλιευμένες” από το διαδίκτυο)

 

Πηγή: childit.gr



About us

allYOU

Φρέσκο (ολόφρεσκο), δικό σου (καταδικό σου) site:
allyou.gr. Δηλαδή όλη εσύ, όλα εσύ. Όλα για σένα, όλα από σένα.

Ποιοι είμαστε

Top
0
Shares

Σου αρέσει αυτό που διάβασες;

Ακολούθησέ μας στα social. Κάνε κλικ σε ένα από τα εικονίδια!

0
Shares