Διονύσης Μαρίνος: «Η αγάπη είναι σαν την πίστη: είναι το πιο εύθραυστο πράγμα που συναντάμε στη ζωή»

Με αφορμή την κυκλοφορία του νέου του βιβλίου «Μπλε Ήλιος» από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, η Αγγελική Λάλου συζητά με τον Διονύση Μαρίνο στο allyou.gr

Αγγελική Λάλου

Από τους συγγραφείς που παρακολουθώ με συνέπεια, από τους βιβλιοφάγους κριτικούς βιβλίων που εμπιστεύομαι τη γνώμη, από τους γραφιάδες επαγγελματίες που μου αρέσει να διαβάζω και πάνω απ’ όλα ο άνθρωπος που όποτε τον βλέπω με κάνει να χαμογελώ ολόθερμα. Μένουμε σε κοντινές περιοχές και όταν πέφτω τυχαία πάνω του πραγματικά το απολαμβάνω. Έχουμε συνεργαστεί σε λογοτεχνικές μου εκδηλώσεις και ελπίζω να καταφέρουμε να συνεργαστούμε και ξανά. Αυτή τη φορά δεν έπεσα τυχαία πάνω του, αλλά με αφορμή την έκδοση του νέου του βιβλίου «Μπλε Ήλιος», που κυκλοφόρησε μόλις από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, τον ανακρίνω κανονικότατα! Αν και προσπαθεί να αποποιηθεί τη «ρετσινιά» του ποιητή, και σε αυτό του βιβλίο, αποδεικνύει πόσο μεγάλος ποιητής είναι – κατά την ταπεινή μου άποψη πάντα. Αλλά ας αφήσουμε τον ίδιο να μας τα πει καλύτερα!

«Χαμένα Κορμιά», «Τελευταία πόλη», «Ουρανός κάτω», «Όπως και να ‘ρθει αυτό το βράδυ», «Anamneza», «Ποτέ πια εμείς» - τα προηγούμενα έργα σου δεν έχουν και πολύ αισιόδοξους τίτλους και ξαφνικά έρχεται ένας «Μπλε ήλιος» εσύ διάλεξες αυτόν τον τίτλο και πώς και γιατί;

Η αλήθεια είναι ότι ο τίτλος κάθε βιβλίου μάς υποβάλλει. Με κάποιον τρόπο μας τοποθετεί, δίχως αυτό να σημαίνει ότι το περιεχόμενο αντιστοιχεί πάντα στην πρόθεση του συγγραφέα. Στη δική μου περίπτωση ίσχυε πριν, όπως ισχύει και τώρα. Νομίζω είναι μια σταδιακή μετατόπισή μου σε άλλες ανθρώπινες περιοχές που επιθυμώ να εξερευνήσω. Ο αρχικός τίτλος ήταν «Τυχερό αστέρι», αλλά θεώρησα πως θα περιόριζε τη ματιά του αναγνώστη. Κάπως έτσι προέκυψε ο Μπλε Ήλιος που φανερώνει δύο διαθέσεις εκ διαμέτρου αντίθετες: τη μελαγχολία της μπλε ώρας και την αισιοδοξία του φωτός. Αυτή τη ζεύξη της λύπης και της χαράς ήθελα να περάσω και μέσα στο βιβλίο. Όχι, όμως, ως πάλη, αλλά δύο καταστάσεις που ο άνθρωπος –άρα και οι ήρωες- καλούνται να βιώσουν έντονα.

«Λοιπόν εδώ ειν’ η καρδιά για όποιον δεν το ξέρει, εδώ και το μαχαίρι που κάποτε έμπαινε βαθιά» και «Εγώ που αγάπησα τα πάντα πριν να τα γνωρίσω θέλω ν’ αγαπήσω και επιτέλους που να το ξέρω» οι στίχοι της Λίνας Νικολακοπούλου και του Θωμά Γκόρπα καλωσορίζουν τον αναγνώστη πριν περάσει στα ενδότερα, όταν τελείωσα το βιβλίο γύρισα και τους ξαναδιάβασα, οι ήρωες του βιβλίου έπασχαν νομίζω από το ανάποδο, δεν γνώριζαν αυτό που αγαπούσαν – τελικά η αγάπη έχει περισσότερες ελπίδες στη γνώση ή στην άγνοια, ηθελημένη ή μη;

Ναι, οι ήρωες δεν είναι αναγάπητοι. Το αντίθετο θα έλεγα: αναζητούν διαρκώς την αγάπη, την εγγύτητα. Απέχουν απ’ αυτή, όχι γιατί το αποφάσισαν, αλλά διότι όπως όλοι μας είμαστε άμαθοι στην αγάπη. Την αποζητούμε, αλλά δεν ξέρουμε πώς να την προσεγγίσουμε και τι ψάχνουμε να βρούμε σ’ αυτήν. Η αγάπη είναι σαν την πίστη: είναι το πιο εύθραυστο πράγμα που συναντάμε στη ζωή. Οι ρίζες της είναι βαθιές, αλλά θέλουν συνεχόμενη φροντίδα. Κουράζεται εύκολα η αγάπη, πέφτει σε λήθαργο. Το καλό είναι ότι μπορεί να αναγεννηθεί από τις στάχτες της. Αυτό, αν μη τι άλλο, πρέπει να μας γεμίζει με αισιοδοξία.

Επαγγελματίας γραφιάς, βάζεις και τον συγγραφέα στους ήρωες του βιβλίου σου, πέρα από την «σύμπτωση» του Ιάσονα, υπάρχουν και σε τι βαθμό άλλου είδους αυτοβιογραφικές αναφορές;

Δεν το κρύβω πως το πρωτογενές υλικό του μυθιστορήματος είναι αρκετά αυτοβιογραφικό. Ωστόσο, έχει υποστεί επίπονη επεξεργασία μέσω της μυθοπλασίας έτσι που στο τέλος η πραγματική πραγματικότητα να χάνει κατά κράτος. Το να αυτοβιογραφείσαι δεν είναι εύκολο. Μπορεί να έχεις βιώσει τις καταστάσεις, να ήσουν μάρτυρας των γεγονότων, αλλά αυτό όχι μόνο δεν σου προσφέρει ένα προνόμιο, αλλά μπορεί να σε ρίξει σε μια σειρά από παγίδες αυτοαναφορικότητας που δεν ενδιαφέρουν κανέναν αναγνώστη. Δεν πιστεύω στις συμπτώσεις. Άρα, ο συγγραφέας Ιάσονας επιτελεί έναν συγκεκριμένο ρόλο στην ιστορία.

Τρία πρόσωπα, δύο άντρες και μια γυναίκα – το κυριότερο ωστόσο πρόσωπο θα λέγαμε ότι είναι η Μαριάννα, πώς ένιωσες που μπήκες στη διαδικασία να γράψεις εξ ονόματός της – πιστεύεις ότι τελειώνοντας το βιβλίο κατανόησες περισσότερο τον ψυχισμό μιας γυναίκας;

Το πιο μεγάλο στοίχημα που έβαλα στον εαυτό μου ήταν η Μαριάννα. Δεν είναι η πρώτη φορά που βάζω κεντρικό ήρωα μια γυναίκα. Το έχω κάνει σε αρκετά διηγήματα, αλλά ποτέ σε μεγάλη φόρμα. Περίμενα να αισθανθώ άβολα γράφοντας για μια γυναίκα, αλλά όχι, δεν συνέβη. Δούλεψα μέσα μου αρκετά αυτή τη γυναίκα πριν καταλήξω να γράφω. Η Μαριάννα είναι το αποτέλεσμα «ένωσης» πολλών γυναικών μαζί. Μπορεί το πρόπλασμα να είναι μια συγκεκριμένη γυναίκα, αλλά το αποτέλεσμα είναι προϊόν ένωσης γυναικών που γνώρισα, που έζησα μαζί τους ή που τις φαντάστηκα. Αν κατάλαβα κάπως καλύτερα τη γυναικεία ψυχοσύνθεση; Δεν ξέρω, οι γυναίκες πάντα θα υπερέχουν σε σχέση μ’ εμάς τους άντρες. Είναι συναισθηματικά περισσότερο περίπλοκες από εμάς. Κουβαλούν πάντα ένα ενδιαφέρον μυστήριο.

Ο Ιάσονας, ο συγγραφέας ήρωας του βιβλίου, δεν θέλει να γίνει πατέρας και δεν φαντάζεται τον εαυτό του να αποκτά παιδί, εσύ είσαι μπαμπάς – αφιερώνεις ωστόσο το βιβλίο στον δικό σου πατέρα – τι σημαίνει για σένα πατρότητα; Πιστεύεις ότι περνάει στο DNA μαζί με τόσα άλλα καλά και κακά και το τι είδους γονείς γινόμαστε;

Η πατρότητα είναι μια δύσκολη συνθήκη για τον άντρα. Δεν την έχει βιολογικά. Είναι επίκτητη. Την μαθαίνεις μέρα-μέρα. Ζεις μαζί της και μαθαίνεις τον εαυτό σου μέσα από το παιδί σου. Οι άντρες δεν έχουμε αυτό το καμπανάκι που έχουν οι γυναίκες. Το σώμα μας δεν αποζητάει την αναπαραγωγή. Είμαστε περισσότερο τυχοκυνηγοί. Όταν αποκτήσεις παιδί, τότε μόνο μπαίνεις στη διαδικασία να σκεφτείς πώς θα περπατήσεις μ’ αυτά τα παπούτσια που στην αρχή σου φαίνονται άβολα, αλλά στη συνέχεια μαθαίνεις να μη σκοντάφτεις. Σίγουρα, λάθη θα κάνεις ως πατέρας. Πολλές φορές θα επαναλάβεις τα ίδια λάθη που έκανε και ο πατέρας σου. Αναπόδραστο. Είμαστε ένα παλίμψηστο.

«Εκείνες τις στιγμές γίνεται ο βρικόλακας του εαυτού του. Τρώει από τις σάρκες του φτιάχνοντας μελλοντικούς ήρωες» όταν δεν τρως από τις σάρκες σου πώς φτιάχνεις τις ιστορίες και τους χαρακτήρες τους;

Αναγκαστικά ο συγγραφέας τρέφεται από τις ζωές των άλλων. Αν θέλεις να γράψεις για ανθρώπους πρέπει να τους μελετήσεις εις βάθος και εντατικά. Μπορεί να σου χρησιμεύσει η κορμοστασιά του ενός, η φωνή κάποιου άλλου, η ιστορία ενός τρίτου. Αυτή η «κλοπή», όμως, είναι συγγνωστή. Δεν το κάνεις για να τους εκθέσεις στα μάτια των άλλων. Σκοπός είναι να τους αναπλάσεις, να βρεις το κρυμμένο βάθος τους, εκείνη την περιοχή που έχει προσεγγιστεί λιγότερο – ακόμη κι από τον ίδιο. Κάποιες φορές χρειάζεται να φας και τις δικές σου σάρκες. Τα τραύματα, άλλωστε, αγαπούν όλα τα δέρματα.

Δεινός αναγνώστης, βιβλιοφάγος, κριτικός βιβλίου, ισχύει και για σένα -όπως στον Ιάσονα- ότι δεν διαβάζεις μόνο όταν γράφεις κάτι καινούργιο;

Όχι δεν ισχύει. Μπορώ να διαβάσω κατά τη διάρκεια της συγγραφής. Δεν είναι το καλύτερο που θα μου τύχει, όμως, από τη στιγμή που αποφάσισα να γράφω κριτικές βιβλίου οφείλω να ακολουθήσω πιστά την απόφασή μου. Ας πούμε πως με τα χρόνια έχω καταφέρει να βρω έναν τρόπο να απομονώνω τον εσωτερικό μηχανισμό συγγραφής δικών μου πραγμάτων από τις λέξεις των άλλων. Δεν αφήνω τις εξωτερικές παρεμβολές να με επηρεάζουν.

 Τι διάβασες τελευταία που σε ενθουσίασε και ποια είναι τα βιβλία στα οποία ανατρέχεις πιο συχνά – ως ένα είδος προσωπικού ευαγγελίου;

Ξαναδιάβασα το Αβεσσαλώμ, Αβεσσαλώμ! του Φώκνερ από τις εκδόσεις Gutenberg, το Σάγκι Μπέιν του Στιούαρτ Ντάγκλας από τις εκδόσεις Μεταίχμιο και το Σπίτι της Σιωπής του Ορχάν Παμούκ από τις εκδόσεις Πατάκη. Το σίγουρο είναι ότι ανατρέχω συνεχώς στα βιβλία που με έχουν καθορίσει. Δεν είναι ένα και δύο, αλλά πολλά και το καθένα για διαφορετικούς λόγους. Καλό είναι να ανατρέχουμε στα προσωπικά μας ευαγγέλια. Μόνο έτσι διατηρείται αναλλοίωτη η πίστη.

«Ο θάνατος, όταν έμπαινε σε μια στεγασμένη ιστορία για να επιτελέσει κι αυτός έναν συγκριμένο ρόλο στην πλοκή, γινόταν ένα ακόμα μυθοπλαστικό στοιχείο, έχανε κάτι από τη μυστικιστική του υπεραξία» μήπως και η ποίηση κρύβει μια αντίστοιχη επιτελεστική λειτουργία; Μίλησέ μας για το «Ποτέ πια εμείς».

Το Ποτέ πια εμείς είναι το μόνο βιβλίο που δεν ήθελα ποτέ να το γράψω. Με την έννοια ότι δεν θα ήθελα ποτέ να συμβεί ό,τι συνέβη για να αναγκαστώ στη συνέχεια να το αποτυπώσω σε λέξεις. Θα πει κανείς, και εύλογα, γιατί να αναγκαστείς; Διότι δεν μπορώ να εκφραστώ αλλιώς. Αυτός είμαι: μπορώ μέσα από το γράψιμο. Η απώλεια ενός φίλου, ο αιφνίδιος χωρισμός, το να ξέρεις πως ό,τι καλό έζησες με έναν άνθρωπο δεν θα υπάρξει ξανά είναι σαν μια δύσκολη γέννα. Ήταν όντως μια δύσκολη γέννα που έπρεπε να φέρω εις πέρας με όση δύναμη είχα. Η λογοτεχνία δεν φέρνει τους ανθρώπους μας πίσω, αλλά τους κρατάει με έναν τρόπο πάντα άφθαρτους στη μνήμη μας.

Τα βραβεία στον Ιάσονα δημιουργούσαν μια αμηχανία – ισχύει το ίδιο και για σένα;

Δεν είμαι πολυβραβευμένος για να ξέρω. Πάντως, δεν έχω θεοποιήσει τα βραβεία και τα κόκκινα ζωνάρια που μπαίνουν στα βιβλία των βραβευμένων. Δεν ξέρω, δεν είμαι τόσο φιλόδοξος. Για να μην παρεξηγηθώ: δεν είμαι εναντίον των βραβείων και εννοείται πως όλοι τα αποζητάμε, αλλά δεν τα έβαλα ποτέ αυτοσκοπό. Αν έρθουν, έχει καλώς. Αν δεν έρθουν, πάλι έχει καλώς.

Το μπλε τελικά στο βιβλίο σου είναι της ελπίδας ή της μελαγχολίας;

Μήπως η διάθεσή μας έχει μόνο ένα χρώμα; Μήπως εμείς οι ίδιοι είμαστε μόνο χαρούμενοι ή μόνο θλιμμένοι; Αν έχεις δίπλα σου έναν αγαπημένο άνθρωπο, το μαύρο θα το δεις άσπρο. Αν είσαι αποστερημένος από ζωντάνια ακόμη κι ένα χρώμα που φωσφορίζει, εσύ θα το δεις βαθύ σκούρο. Η ψυχική διάθεση δίνει σημασία στα χρώματα. Επομένως, αυτό το μπλε είναι για τον καθένα ένα διαφορετικό χρώμα.

Εκτός από τα χρώματα και τις αναφορές σε βιβλία και συγγραφείς, η μουσική έχει τον δικό της ρόλο στο βιβλίο – πώς και διάλεξες το «σου σφυρίζω»;

Ήταν ένα από τα αγαπημένα τραγούδια του πατέρα μου που του άρεσαν τα αρχοντορεμπέτικα και ειδικά ο Μαρούδας και ο Γούναρης. Αυτό το τραγούδι είναι ο συνδετικός κρίκος του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος του μυθιστορήματος. Παίζει καθοριστικό ρόλο, δεν λειτουργεί απλώς ως υπόκρουση ή ηχητικό φόντο.

«Η ζωή είναι κάτι που το μαθαίνεις πάντα αργά;» ισχύει το ίδιο τελικά και για την αγάπη;

Για κάποιους ανθρώπους δεν μαθαίνεται ούτε τότε. Παραμένουν ως τέλος ένας κλειστός, αυτοτροφοδοτούμενος μηχανισμός που δεν δέχεται να αφεθεί. Αυτοί οι άνθρωποι στην πραγματικότητα ζουν άμαθοι μια ζωή και φυσικά δεν καταφέρνουν ποτέ να προσεγγίσουν το μέγα θαύμα της αγάπης που σημαίνει άφεση, λυτρωμός από τον δεσμευτικό μας εαυτό, βουτιά σε μια πηγή χαράς. Μαθαίνεις περισσότερα από την αγάπη που έχασες παρά από την αγάπη που ψάχνεις.

Η συγγραφή είναι κάτι που μαθαίνεται; Μίλησέ μας για τα μαθήματα δημιουργικής γραφής με τα οποία ασχολείσαι τα τελευταία χρόνια.

Μαθαίνονται οι τεχνικές της γραφής, αλλά κανένα σεμινάριο δεν μπορεί να κάνει κάποιον συγγραφέα. Το να ασκηθείς στη γραφή είναι το πρώτο στάδιο – ούτε καν δεν το δεύτερο. Όλα τα υπόλοιπα σκαλοπάτια οφείλεις να τα ανέβεις μόνος σου. Λέξη-λέξη. Κανείς δεν πρόκειται να σε βοηθήσει μπρος σε μια λευκή σελίδα. Πιστεύω στην αξία της διδαχής, αλλά όχι στις μαγικές δυνατότητες που της προσδίδουν κάποιοι. Θέλει προσωπική μελέτη το γράψιμο. Πολύ διάβασμα και πολύ πέταμα από υλικό που δεν αξίζει να δημοσιευτεί.

«Θα έρθει η στιγμή που θα μου έχει μείνει μόνο ο εαυτός μου να μου ζητήσει τον λόγο» - είσαι σκληρός με τον εαυτό σου;

Παλαιότερα περισσότερο. Με τα χρόνια ηρέμησα, άρχισα να με κατανοώ λίγο καλύτερα. Το αυτομαστίγωμα είναι αντιπαραγωγικό. Δεν καταφέρνεις τίποτα με το να στήσεις τον εαυτό σου στο εδώλιο. Ως βαθύτατα ενοχικό άτομο ήρθε η στιγμή να καταλάβω πως δεν φταίω για όλα. Φταίω για πολλά, αλλά όχι για τα πάντα.

«Κι ας ξέρω πως κάθε ιστορία σκοντάφτει στην τελευταία λέξη της» γράφεις ήδη στην αρχή του βιβλίου και αλήθεια είναι ότι ήμουν πολύ περίεργη για το τέλος που θα έδινες – αν θα ήταν happy end, αν θα ήταν προβλεπόμενο ή αναμενόμενο ή αν θα άφηνε κάπως τον αναγνώστη να διαλέξει τη δική του εκδοχή – για σένα μέσα σου πώς τελειώνει αυτό το βιβλίο;

Κανένα βιβλίο δεν τελειώνει. Είμαι σταθερά υπέρ του ανοιχτού τέλος, έτσι που να δίνεται η ευκαιρία στον αναγνώστη να γεμίσει μόνος του τα κενά. Δεν έχει τόσο σημασία πώς σκέφτομαι εγώ το τέλος, αλλά πώς το φτιάχνει ο κάθε αναγνώστης. Πώς συνομιλεί, τελικά, με τους ήρωες και τον βαθύτερο εαυτό του, καθώς διαβάζει την ιστορία. Ένα happy end προσχηματικό είναι στην ουσία ένα bad end – και το αντίστροφο. Πρέπει να ξέρεις πού θέλεις να οδηγήσεις την ιστορία, να έχεις στο μυαλό σου ένα συγκεκριμένο πλάνο δράσης, έτσι ώστε η απόδραση να έχει τη σωστή κατάληξη. Σιγά μην ξέρει ο συγγραφέας προς τα πού θα πάει ο ήρωάς του όταν φύγει από τα δεσμά του. Ο μόνος ήρωας που μένει μόνος του, στο τέλος, είναι ο συγγραφέας. Μπορχεσιανό, αλλά αληθές.

 

//Ο Διονύσης Μαρίνος παρουσιάζει το νέο του μυθιστόρημα «Μπλε Ήλιος» (εκδ.Μεταίχμιο) την Πέμπτη 21/10 στα Public Συντάγματος στις 8.30 μ.μ. και στις 25/10 στο βιβλιοπωλείο Booktalks στο Π. Φάληρο.

 

Credit cover photo: Μάρω Κουρή



About us

allYOU

Φρέσκο (ολόφρεσκο), δικό σου (καταδικό σου) site:
allyou.gr. Δηλαδή όλη εσύ, όλα εσύ. Όλα για σένα, όλα από σένα.

Ποιοι είμαστε

Top
0
Shares