Απόψε πάμε σινεμά και βλέπουμε μια ιστορία τέχνης, έρωτα και πολιτικής

 

"Μη χαμηλώνεις το βλέμμα"

 

Λένα Γρηγορίου

Ο βραβευμένος με Όσκαρ για τις Ζωές των Άλλων, Florian Henckel von Donnersmarck, εμπνέεται από αληθινά γεγονότα που διατρέχουν τρεις δεκαετίες γερμανικής ιστορίας και παρουσιάζει μία συναρπαστική ταινία που ρίχνει φως στην τρέλα και την τραγωδία του 20ου αιώνα μέσα από τη μοίρα τριών ανθρώπων. 

Στην καθηλωτική αυτή ιστορία πρωταγωνιστούν οι Tom Schilling (Oh Boy),  Sebastian Koch (The Lives of Others) και Paula Beer (Frantz), συνθέτοντας μία τραγική οικογενειακή ιστορία, που γοητεύει με την αγωνία και τιμά την απελευθερωτική δύναμη της τέχνης. Μία κινηματογραφική εμπειρία που αιχμαλωτίζει τον θεατή και τον συγκινεί, εμπνευσμένη από τη ζωή και το έργο του σπουδαίου Γερμανού καλλιτέχνη Gerhard Richter.
 
Σύνοψη
 Ο νεαρός φοιτητής καλών τεχνών Kurt (Tom Schilling) ερωτεύεται την Ellie (Paula Beer) μια συμφοιτήτρια του. Ο πατέρας της, ο Καθηγητής Seeband (Sebastian Koch), ένας διάσημος γιατρός, απορρίπτει την επιλογή της κόρης του και ορκίζεται να καταστρέψει τη σχέση τους. Αυτό που δεν ξέρει κανείς είναι ότι οι ζωές τους είναι ήδη συνδεδεμένες με ένα σκοτεινό οικογενειακό μυστικό.
 
Τρεις ολόκληρες δεκαετίες ιστορίας
Με την τρίτη του ταινία ο Florian Henckel von Donnersmack – βραβευμένος με Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας, τρία ευρωπαϊκά κινηματογραφικά βραβεία και  επτά γερμανικά βραβεία για το ντεμπούτο του Οι Ζωές των Άλλων –  επιστρέφει στη Γερμανία μετά από ένα σύντομο χολιγουντιανό διάλειμμα για να εξερευνήσει ένα ασυνήθιστο και φιλόδοξο θέμα, διασχίζοντας τρεις δεκαετίες γερμανικής ιστορίας μέσα από ένα συναρπαστικό δράμα. Αξιοποιώντας το ιστορικό υπόβαθρο αφηγείται μία προσωπική και συναισθηματική ιστορία μέσα από το πορτρέτο τριών ανθρώπων και παραδίδει ένα καθηλωτικό δράμα και μία συγκινητική οικογενειακή ιστορία εμπνευσμένη από αληθινά γεγονότα.
 
Στο επίκεντρο της ιστορίας τους βρίσκεται η τέχνης και η σημασία της αναζήτησης της καλλιτεχνικής ταυτότητας. Για τον δημιουργό, η τέχνη και η δημιουργική διαδικασία είναι μείζονα θέματα στη ζωή του. Ήταν λιγότερο από δέκα χρονών όταν η μητέρα του τον πήρε στην πρωτοποριακή έκθεση Ζeitgeist στο Βερολίνο και από τότε η επίδραση που είχε πάνω του ήταν ο θεμέλιος λίθος για τη νέα του ταινία. 
 
Η ιδέα του να κάνει αυτή την ταινία ήρθε όταν γνώρισε το έργο του Γερμανού ζωγράφου Gerhard Richter, του οποίου η δουλειά και η ζωή ήταν πηγή έμπνευσης. «Τα τελευταία χρόνια βρέθηκα κοιτάζω τα έργα του Richter σε σημαντικές στιγμές. Μου μένουν αξέχαστα για μήνες μετά. Είναι σαν αξιομνημόνευτες μελωδίες που συνεχίζουν να παίζουν στο μυαλό μου».
 
O παραγωγός Quirin Berg, που είχε αναλάβει χρέη παραγωγής και στις Ζωές των Άλλων, επαινεί τις δεξιότητες του δημιουργού. «Επικεντρώνεται σε ένα θέμα με προσοχή και διεισδύει στον πυρήνα του. Παίρνει όσο χρόνο χρειάζεται για την έρευνα και την εξέλιξη μιας θεματολογίας. Μετά γράφει το σενάριο και η πρώτη εκδοχή είναι συνήθως πολύ ακριβής. Τη διάβασα και δεν είχα καμία αμφιβολία. Ήταν καταπληκτική».
 
Ο συμπαραγωγός Max Wiedemann προσθέτει: «Για πολύ καιρό η κινηματογραφική απόδοση της γερμανικής ιστορίας ήταν επικεντρωμένη στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτό που μας ενθουσίασε στην ταινία ήταν ότι καλύπτει διαφορετικές περιόδους της γερμανικής ιστορίας και τις συνδέει μεταξύ τους». Η ταινία φωτίζει αυτές τις περιόδους μέσα από τη μοίρα τριών χαρακτήρων που συνδέονται με ένα σκοτεινό οικογενειακό μυστικό.
 
Η ιστορία της ταινίας ταξιδεύει το κοινό σε τρεις δεκαετίες της γερμανικής ιστορίας και εστιάζει στην τέχνη μέσα από το έργο του πρωταγωνιστή. Κάτι τέτοιο απαιτούσε ένα επίπεδο έρευνας σε ό,τι αφορά την τέχνη που δεν έχει ξαναγίνει σε ταινία. Χρειάστηκε μάλιστα να αναπαραχθούν τα εκθέματα μιας ολόκληρης έκθεσης, καθώς τα περισσότερα καταστράφηκαν μετά το πέρας της συγκεκριμένης έκθεσης. Η ομάδα παραγωγής είχε πρόσβαση σε μερικές ασπρόμαυρες φωτογραφίες των εκθεμάτων. Η ταινία αποδείχθηκε ένα σύνθετο εγχείρημα, μία μεγάλη πρόκληση σε κάθε τομέα.
 
Οι χαρακτήρες της ταινίας
 Η πλοκή επικεντρώνεται σε έναν καλλιτέχνη, τον Kurt Barnert, που υποδύεται ο καταπληκτικός Tom Schilling, γνωστός για το Oh Boy και το Who Am I. Ο πρωταγωνιστής μεγαλώνει κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και η θεία του τού πυροδοτεί το ενδιαφέρον για την τέχνη. Μετά τον πόλεμο σπουδάζει στη Δρέσδη και στο Ντίσελντορφ, όπου πρωτοπορούσαν οι πιο σημαντικοί καλλιτέχνες της Δυτικής Γερμανίας. Η αγάπη του για μια γυναίκα, την Elisabeth τον φέρνει σε αντιπαράθεση με τον Carl Seebard, τον πατέρα της, έναν διάσημο γυναικολόγο που τον υποτιμά.
 
«Η ζωή του αποδεικνύει ότι οι άνθρωποι έχουμε την ικανότητα να βγάλουμε κάτι καλό μέσα από μία δύσκολη κατάσταση» λέει ο δημιουργός. «Για τον Richter, η τέχνη υπάρχει για να δίνει παρηγοριά. Κάθε μεγάλο έργο τέχνης είναι η απόδειξη ότι το τραύμα μπορεί να μεταμορφωθεί σε κάτι θετικό» λέει ο δημιουργός.
«Δεν μπορώ να φανταστώ πιο κατάλληλο ηθοποιό από τον Tom Schilling για τον ρόλο. Καταλαβαίνει τα πάντα, είναι προετοιμασμένος και υπερασπίζεται την αξιοπρέπεια του χαρακτήρα που παίζει. Στο γύρισμα δημιουργεί στιγμές οικειότητας, παρά το πλήθος των συνεργατών. Είναι πολύ συγκεντρωμένος σαν μεγάλος ηθοποιός» λέει ο σκηνοθέτης. 
 
Ο πρωταγωνιστής θυμάται τις πρώτες του σκέψεις όταν διάβασε το σενάριο. «Δεν συμβαίνει συχνά να λέω ότι είμαι ο κατάλληλος για μία ταινία. Σε αυτή την περίπτωση κάτι έκανε κλικ αμέσως. Έχω και ένα προσωπικό μου κομμάτι στην ιστορία, γιατί ήθελα να γίνω ζωγράφος και έτσι μπόρεσα να εκπληρώσω ένα παλιό μου όνειρο».
 
Σε πλήρη αντίθεση έρχεται ο πεθερός του πρωταγωνιστή, που υποδύεται ο Sebastian Koch. «Ο χαρακτήρας μου είναι ένας ναζί που ήταν μάρτυρας της κατάρρευσης της ιδεολογίας αυτής. Μετά βρήκε λιμάνι στα επόμενα συστήματα και χάρη στην πειθαρχία, την εξυπνάδα και την κατάρτιση του έγινε σημαντικός. Αυτές οι αρετές τον βοήθησαν να κρύψει την ενοχή του και να σώσει το τομάρι του. Αυτό του δίνει μία αίσθηση υπεροχής και ασφάλειας. Για αυτό τον λόγο θεωρεί ανεπίτρεπτο το γεγονός ότι το μοναχοπαίδι του έμπλεξε με έναν ανίσχυρο καλλιτέχνη, που θεωρεί χαζό και αδύναμο. Αντιστέκεται σε αυτή τη σχέση με κάθε τρόπο», λέει ο σκηνοθέτης.
 
Ο Sebastian Koch ήταν ο πρώτος ηθοποιός που σκέφτηκε ο δημιουργός για τον ρόλο. «Αν και δε δημιουργώ χαρακτήρες με βάση τους ηθοποιούς, ο ρόλος αυτός είναι κομμένος και ραμμένος στα μέτρα του Koch. Δεν μπορώ να φανταστώ άλλον στη θέση του. Είναι για μένα ένας δημιουργικός συνεργάτης. Συζητάω σχεδόν τα πάντα μαζί του». 
 
Ο Koch ενθουσιάστηκε με τη σχέση ανάμεσα στο ρόλο του και τον πρωταγωνιστή. «Στο επίκεντρο έχουμε τη σύγκρουση ανάμεσα στους δύο άντρες που αντιπάθησαν ο ένας τον άλλον με την πρώτη ματιά. Δεν έχουν τίποτα κοινό, είναι και οι δύο πανέξυπνοι, αλλά τελείως διαφορετικοί και έχουν διαφορετική προσέγγιση για τη ζωή και τον κόσμο. Το αποτέλεσμα είναι μία υπέροχη ιστορία για την ουσία της έμπνευσης και τη δύναμη της τέχνης».
 
Ο Koch λέει για τον ρόλο του: «Είναι ένα τέρας. Είναι ψυχρός και επιβλητικός. Το πιο κτηνώδες είναι ότι έχει πείσει τον εαυτό του ότι κάνει το σωστό. Δε νιώθει το λάθος, δεν έχει ενοχές. Κάνει ό,τι κάνει γιατί κατά τη γνώμη του δεν έχει άλλη εναλλακτική». Ο δημιουργός συμπληρώνει: «Η σκέψη του μου ήταν πολύ ξένη. Αλλά ήθελα να τον σκιαγραφήσω εκ των έσω. Ήθελα να τον καταλάβω. Οπότε καθοδηγήθηκα από κείμενα που μπορεί να τον είχαν επηρεάσει, όπως γραπτά του Νίτσε και του Βάγκνερ. Έκανα έρευνα σε βιβλία που μπορεί να αφορούσαν ένα λάτρη της πειθαρχίας».
 
Σημαντική ήταν η παρουσία της κόρης του καθηγητή, την οποία ερωτεύεται ο πρωταγωνιστής χωρίς να ξέρει ποιος είναι ο πατέρας της και πως συνδέονται μέσα από τραγικά περιστατικά του παρελθόντος. Η Paula Beer ανέλαβε αυτόν τον καταλυτικό ρόλο. «Έκανα οντισιόν με πολλές ηθοποιούς για τον ρόλο της. Αλλά η Paula Beer ήταν η πιο σωστή. Μέσα από την ερμηνεία της αποκαλύπτει μία ωριμότητα και μία ομορφιά. Η παλιομοδίτικη, γυναικεία γοητεία της την κάνουν να μοιάζει ότι έρχεται από άλλη εποχή, διατηρώντας όμως τη δύναμη και τη φυσικότητα μιας σύγχρονης γυναίκας. Τα έχει όλα. Είναι θεόσταλτη», λέει ο δημιουργός.
 
Η ηθοποιός συνοψίζει για τη συνεργασία της με τον σκηνοθέτη: «Από την αρχή προσέχεις ότι ξέρει πολλά και τα αξιοποιεί στο γύρισμα. Όταν παίζεις χάνεις τη μεγάλη εικόνα και σε απορροφά ο ρόλος. Αλλά από τη στιγμή που έχει γράψει και το σενάριο, μπορεί να εξηγήσει την παραμικρή λεπτομέρεια. Ξέρει τους χαρακτήρες απέξω και ανακατωτά και σε καθοδηγεί σε κάθε σκηνή».
 
Ο δημιουργός επαινεί τις ερμηνείες των Saskia Rosendahl και Oliver Masucci, που ανέλαβαν ρόλους κλειδιά στην ιστορία. Η Rosendahl υποδύεται τη θεία του πρωταγωνιστή. «Οι οντισιόν της ήταν μία έντονη συναισθηματική εμπειρία για μένα. Εκφράζει την τέχνη, την ομορφιά, την ευαισθησία και την τρέλα». Για τον Oliver Masucci που παίζει τον καθηγητή του πρωταγωνιστή, ο δημιουργός λέει: «Με το που άρχισε να διαβάζει το κείμενο, μου ήρθαν δάκρυα στα μάτια. Του πρότεινα τον ρόλο αμέσως».
  
Η ατμόσφαιρα της ταινίας
Η ατμόσφαιρα της ταινίας είναι μαγική, ακόμα και στις πιο σκληρές στιγμές της. Υπεύθυνος για αυτό είναι ο διευθυντής φωτογραφίας Caleb Deschanel, που είναι υποψήφιος για Όσκαρ για το έργο του στην ταινία. «Είναι ιδιοφυία. Μία ιδιοφυία στο φωτισμό, στη σύνθεση της εικόνας και στο χρώμα. Η πρώτη του ταινία σαν διευθυντής φωτογραφίας ήταν το The Black Stallion και ήταν μία από τις πρώτες μου ταινίες, που είδα όταν ήμουν έξι χρονών. Θυμάμαι πολλές από τις εικόνες. Μου έκαναν εντύπωση. Με έκανε να καταλάβω, αν και ήμουν παιδί, τη σημασία που έχει η δουλειά του σαν να πρόκειται για πίνακα ζωγραφικής. Ήταν από τα μεγαλύτερα μου όνειρα να δουλέψω μαζί του. Κάθε μέρα που συνεργάστηκα μαζί του ο θαυμασμός μου μεγάλωνε».
 
Καταλυτική για τη δημιουργία της κατάλληλης ατμόσφαιρας στην ταινία είναι και η μουσική του Max Richter. «Οι μέρες που πέρασα μαζί του ήταν από τις πιο όμορφες εμπειρίες στην παραγωγή της ταινίας. Είναι ένας άντρας με βαθιά γνώση και σοφία. Η μουσική του είναι θεραπευτική. Και απίστευτα όμορφη».
 

 

Υποψήφιο για Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας, Υποψήφιο για Όσκαρ Διεύθυνσης Φωτογραφίας, Bραβείο Leoncino d’Oro Agiscuola, 75ο Φεστιβάλ Βενετίας

 
Συντελεστές
Σκηνοθεσία/Σενάριο: Florian Henckel von Donnersmarck
Ηθοποιοί: Tom Schilling, Sebastian Koch, Paula Beer, Oliver Masucci, Saskia Rosendahl, Ina Weisse, Hanno Koffler, Joerg Schuettauf, Jeannette Hain, Lars Eidinger
Διευθυντής Φωτογραφίας: Caleb Deschanel
Σχεδιασμός Παραγωγής: Silke Buhr
Κοστούμια: Gabriele Binder
Μοντάζ: Patricia Rommel
Μουσική: Max Richter

 

About us

allYOU

Φρέσκο (ολόφρεσκο), δικό σου (καταδικό σου) site:
allyou.gr. Δηλαδή όλη εσύ, όλα εσύ. Όλα για σένα, όλα από σένα.

Ποιοι είμαστε

Top

Σου αρέσει αυτό που διάβασες;

Ακολούθησέ μας στα social. Κάνε κλικ σε ένα από τα εικονίδια!