Σε μια σπάνια ηχογράφηση, η Sylvia Plath διαβάζει το «Δώρο γενεθλίων»

Ακούμε την ίδια στο ποίημα που έγραψε για τα 30ά της γενέθλια, με αφορμή την επέτειο των γενεθλίων της Sylvia Plath

Αγγελική Λάλου

Η Σύλβια Πλαθ (Sylvia Plath), Αμερικανίδα ποιήτρια, μυθιστοριογράφος και διηγηματογράφος, γεννήθηκε στις 27 Οκτωβρίου 1932 κι αυτοκτόνησε στις 11 Φεβρουαρίου 1963. Τον Οκτώβριο του 1962, λίγους μήνες πριν από το θάνατό της, η Plath ηχογράφησε η ίδια την ανάγνωση από το ποίημα της «Δώρο γενεθλίων», που γράφτηκε τον προηγούμενο μήνα και αργότερα περιλαμβανόταν στη σημαντική της ποιητική συλλογή Ariel. Η ηχογράφηση ήταν για μία από τις πολλές εκπομπές που συμμετείχαν στη σειρά του BBC «η φωνή του ποιητή». Το ποίημα εκφράζει αυτό το τρομακτικό συναίσθημα που πολλοί άνθρωποι βιώνουν τη μέρα των γενεθλίων τους, αυτή τη λεπτή αλλά αναπόφευκτη υπενθύμιση της δικής μας θνησιμότητας. Και όμως –«sweetly, sweetly» – ίσως αξίζει να μετακινηθούμε για να φτάσουμε να επιλέξουμε μια διαφορετική αλήθεια, αυτή που η 18χρονη Sylvia γνώριζε όταν έγραφε , «I have to live my life, and it is the only one I’ll ever have» (Πρέπει να ζήσω τη ζωή μου – και είναι η μόνη ζωή που θα έχω ποτέ).

ΔΩΡΟ ΓΕΝΕΘΛΙΩΝ

Τι να ’ναι αυτό πίσω απ’ το πέπλο, είναι άσχημο, είναι όμορφο;

Αχνοφέγγει, έχει στήθη, έχει ακμές;

Είμαι σίγουρη πως είναι μοναδικό, πως είναι αυτό ακριβώς που θέλω.

Όταν μαγειρεύω σιωπηλά το νιώθω να με κοιτά, το νιώθω να σκέφτεται:

«Σ’ αυτήν θα παρουσιαστώ;

Αυτή είναι η εκλεκτή, αυτή με τους μαύρους κύκλους και την ουλή;

Ζυγίζει το αλεύρι, αφαιρεί το περίσσευμα,

ακολουθεί τους κανόνες, τους κανόνες, τους κανόνες.

Γι’ αυτήν είναι ο ευαγγελισμός;

Θε μου, τι γελοίο!»

Μα αχνοφέγγει, δεν σταματά και νομίζω πως με θέλει

δεν θα με πείραζε αν ήταν κόκαλα ή ένα μαργαριταρένιο κουμπί.

Δεν θέλω σπουδαία δώρα φέτος, έτσι κι αλλιώς.

Στο κάτω κάτω μόνο κατά τύχη είμαι ακόμα ζωντανή.

Ευχαρίστως θα είχα σκοτωθεί τότε με κάθε δυνατό τρόπο.

Και τώρα αυτά τα πέπλα που αχνοφέγγουν σαν κουρτίνες,

τα διάφανα σατέν ενός γεναριάτικου παράθυρου

λευκά σαν στρωσίδια μωρού, ψυχομαχούν στραφταλίζοντας. Αχ φίλντισι!

Πρέπει να υπάρχει ένας χαυλιόδοντας εκεί, ένας φασματικός στύλος.

Δεν βλέπεις πως δεν με νοιάζει ό,τι και να ’ναι;

Γιατί δεν μου το δίνεις;

Μην ντρέπεσαι – δεν με νοιάζει αν είναι μικρό.

Μη γίνεσαι τσιγκούνης – είμαι έτοιμη για το εξωφρενικό.

Ας το βάλουμε ανάμεσά μας, να θαυμάσουμε τη μαρμαρυγή,

τη στιλπνότητα, την κατοπτρική του ποικιλομορφία.

Ας φάμε πάνω του το τελευταίο μας δείπνο, σαν να ’ταν πιάτο νοσοκομείου.

Ξέρω γιατί δε θες να μου το δώσεις,

φοβάσαι

πως ο κόσμος θα εκραγεί με μια στριγκλιά, και το κεφάλι σου μαζί του,

ανάγλυφο, μπρούντζινο, μια αρχαία ασπίδα,

ένα θαύμα για τα δισέγγονά σου.

Μη φοβάσαι, τίποτα δεν θα συμβεί.

Θα το πάρω και θα πάω ήσυχα σε μια άκρη.

Δε θα μ’ ακούσεις καν να το ανοίγω, το χαρτί δε θα τρίξει,

ούτε οι κορδέλες θα θροΐσουν, δε θα φωνάξω στο τέλος.

Νομίζω πως δε με έχεις ικανή για τόση διακριτικότητα.

Αν ήξερες μόνο πώς έπνιγαν τις μέρες μου τα πέπλα.

Για σένα δεν είναι παρά διαφάνειες, διαυγής αέρας.

Όμως Θεέ μου, τα σύννεφα είναι βαμβάκι —

στρατιές ολόκληρες. Μονοξείδιο του άνθρακα.

Γλυκά, γλυκά εισπνέω,

γεμίζοντας τις φλέβες μου με το αόρατο, με τα εκατομμύρια

τυχαίους κόκκους που καταμετρούν τα χρόνια της ζωής μου.

Έβαλες ασημένιο ένδυμα για την περίσταση. Αχ αριθμομηχανή —

δεν μπορείς να αφήσεις κάτι να φύγει και να φύγει ακέραιο;

Πρέπει να σφραγίζεις κάθε κομμάτι με μοβ μελάνι,

πρέπει να σκοτώνεις ό,τι μπορείς;

Ένα πράγμα θέλω σήμερα και μόνο εσύ μπορείς να μου το δώσεις.

Στέκεται στο παράθυρό μου, μεγάλο σαν τον ουρανό.

Αναπνέει μέσα απ’ τα σεντόνια μου, από το παγωμένο επίκεντρο

όπου ξοδεμένες ζωές πήζουν και κοκαλώνουν, γίνονται παρελθόν.

Ας μην έρθει με το ταχυδρομείο, το ένα δάχτυλο μετά το άλλο.

Ας μην έρθει από στόμα σε στόμα, θα είμαι εξήντα

ώσπου να το παραλάβω ολόκληρο, και πολύ αδύναμη για να το χρησιμοποιήσω.

Μόνο κατέβασε το πέπλο, το πέπλο, το πέπλο.

Αν ήταν θάνατος

θα θαύμαζα τη βαθιά του σοβαρότητα, τα άχρονα μάτια του.

Θα ήξερα ότι δεν αστειεύεσαι.

Θα υπήρχε μια μεγαλοπρέπεια τότε, θα ήταν πραγματικά γενέθλια.

Και το μαχαίρι δεν θα λάξευε, αλλά θα εισχωρούσε

αγνό κι αμόλυντο σαν το κλάμα του μωρού,

και το σύμπαν θα ξεγλιστρούσε από δίπλα μου.

 («Δώρο γενεθλίων» σε μετάφραση Ελένη Ηλιοπούλου και Κατερίνα Ηλιοπούλου, από τη συλλογή «Άριελ», εκδόσεις Μελάνι)

 



About us

allYOU

Φρέσκο (ολόφρεσκο), δικό σου (καταδικό σου) site:
allyou.gr. Δηλαδή όλη εσύ, όλα εσύ. Όλα για σένα, όλα από σένα.

Ποιοι είμαστε

Top
0
Shares