Λουκάς Κατσίκας: «Την ιστορία την γράφουν οι παρέες»

Ο Λουκάς Κατσίκας, ο νέος Διευθυντής του Φεστιβάλ “Νύχτες Πρεμιέρας”, μιλάει στο allyou και την Κατερίνα Σαρρή και προτείνει τις γυναικείες ταινίες που θα λατρέψουμε…

Κατερίνα Σαρρή

“Με ενοχλεί η νυχτερινή ζωή αυτής της Αθήνας,  κάποτε σε προέτρεπε να ξενυχτήσεις, να φλερτάρεις, να χορέψεις, να κοινωνικοποιηθείς, τα τελευταία χρόνια έχει πέσει θύμα χιπστερισμού (συνώνυμο του χιτλερισμού, ίσως;) και έχει καταλήξει σε ένα ατελείωτο θεαθήναι και ένα αφόρητο δήθεν”, μου λέει.

Ο Λουκάς Κατσίκας, θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι ένα από τα παραδείγματα  ενός νέου άντρα μόνο 42 χρόνων που από τη θέση του Διευθυντή του “φεστιβάλ Νύχτες Πρεμιέρας “  με τον δικό του μοναδικό τρόπο επηρεάζει την  “κουλτούρα” της πόλης μας.


Είστε πλέον ο «ισχυρός άνδρας» των Νυχτών Πρεμιέρας με ένα πολύ δυνατό βιογραφικό στον χώρο. Η θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή ήταν κάτι που περιμένατε, νιώθετε μια δικαίωση ή ήταν μια αναπάντεχη έκπληξη;


Στη λέξη «δικαίωση» δεν πιστεύω, γιατί προσπαθώ να είμαι αρκετά ταπεινός στη ζωή μου κι αυτό με βοηθάει ώστε να μην προσμένω την παραμικρή ανταπόδοση για οτιδήποτε. Η επιλογή μου θα έλεγα ότι στάθηκε μια όχι αναπάντεχη, αλλά ευχάριστη έκπληξη. Είκοσι χρόνια στο περιοδικό ΣΙΝΕΜΑ και στις Νύχτες Πρεμιέρας πιστεύω ότι συνέβαλαν σε αυτήν.

Τι μπορεί να προσθέσει ο Λουκάς Κατσίκας στο πιο επιτυχημένο κινηματογραφικό φεστιβάλ της Αθήνας που θα κάνει τη διαφορά; Τι φιλοδοξείτε να φέρετε στο τραπέζι, μετά τον Ορέστη Ανδρεαδάκη;


Επιθυμία μου ήταν να επαναφέρω το φεστιβάλ σε μια πρότερη κατάσταση, όμοια με αυτή μέσα από την οποία γεννήθηκαν οι Νύχτες Πρεμιέρας εξαρχής: μια κατάσταση παρέας, αδιαπραγμάτευτης αγάπης για το σινεμά, σεβασμού για το κοινό, αμεσότητας με τους θεατές μας και καμιάς επιτήδευσης. Αυτό για το οποίο προσπάθησα στην ουσία ήταν να δημιουργήσω γύρω μου μια ομάδα από φίλους και παλιούς συνεργάτες με τους οποίους να μοιραστούμε τις Νύχτες Πρεμιέρας. Να γίνει το φεστιβάλ κομμάτι όλων μας και όχι του ενός. Διευθυντής φέτος δεν ήμουν μόνο εγώ, ήταν όλα τα παιδιά με τα οποία μοχθήσαμε αυτό το δύσκολο καλοκαίρι.

Τι προκλήσεις αντιμετωπίζει το Φεστιβάλ τα χρόνια της κρίσης;


Δυσκολία οικονομικής στήριξης και κατανόησης από τους απανταχού φορείς. Τη δυσκολία του να στηρίξεις τον πολιτισμό πλέον σε μια χώρα που νοσεί και ενδιαφέρεται ελάχιστα για καλλιτεχνικές πρωτοβουλίες. Αυτή ήταν η τροχοπέδη μας φέτος. Να σας πω, όμως, κάτι; Την ιστορία τη γράφουν και πάλι οι παρέες.

Μιλήστε μας για τη φετινή διοργάνωση. Ποιες είναι οι φετινές αλλαγές στο πρόγραμμα και ποια τα νέα αφιερώματα;


Οι φετινές αλλαγές στο πρόγραμμα νομίζω πως έγιναν άμεσα αισθητές από το κοινό, γιατί αφορούσαν στην καλύτερη εξυπηρέτησή του. Σε συνεργασία με το viva.gr δώσαμε για πρώτη φορά την ευκαιρία στους θεατές μας να εξασφαλίζουν πλέον τα εισιτήριά τους από οποιοδήποτε μέρος βρίσκονται, δίχως να χρειάζεται πλέον να περιμένουν στις ουρές έξω από τα ταμεία των κινηματογράφων, να αγχώνονται, να στριμώχνονται. Με έναν πιο προσεκτικό προγραμματισμό ταινιών επιχειρήσαμε, από την άλλη, να δώσουμε στο κοινό περισσότερες της μίας ευκαιρίες για να δει τις ταινίες που επιθυμεί. Μεριμνήσαμε έως και για την πιο οικονομική επιστροφή των θεατών στο σπίτι τους, έπειτα από τις μεταμεσονύκτιες προβολές μας, εγκαινιάζοντας συνεργασία με μια εταιρεία ταξί που αναλαμβάνει τις ασφαλείς τους μεταφορές. Αντικαταστήσαμε την προβληματική κατά τη γνώμη μου συνθήκη που μέχρι πέρσι ήθελε για τα διαγωνιστικά βραβεία των Νυχτών Πρεμιέρας να ψηφίζουν νεαροί σπουδαστές κινηματογραφικών σχολών. Προσωπικά δεν έβρισκα κάποιο κύρος ή βάρος στα βραβεία αυτά. Γι’ αυτό και από φέτος τη Χρυσή Αθηνά και τα μεγάλα έπαθλα του Φεστιβάλ ανέλαβαν να αποφασίσουν και να απονείμουν σεβαστοί επαγγελματίες του σινεμά από το εξωτερικό. Ανάμεσά τους μια από τις ψηφοφόρους των Χρυσών Σφαιρών, η διευθύντρια ενός εξαιρετικού κινηματογραφικού φεστιβάλ και η προγραμματίστρια του British FilmInstitute, χάρη στις πρωτοβουλίες της οποίας το αγγλικό κοινό ήρθε πρώτο σε επαφή με το σινεμά του ΓουόνγκΚαρΓουάι, του Μίκαελ Χάνεκε, του Αμπάς Κιαροστάμι.

Ξέρουμε ότι το φεστιβάλ έχει κοινωνικό πρόσωπο. Και φέτος ο θεσμός έχει δώσει ιδιαίτερη σημασία στις μειονότητες. Μιλήστε μας λίγο γι' αυτό.


Μπορεί ένα κινηματογραφικό φεστιβάλ να εγγυάται πρωτίστως την ξενοιασιά, την απόδραση, το δικαίωμα στη φαντασία και το όνειρο, ωστόσο μας ήταν αδύνατο να γυρίσουμε την πλάτη στις οδυνηρές πραγματικότητες γύρω μας. Θεωρήσαμε καθήκον μας, λοιπόν, να προσεγγίσουμε το θέμα των μειονοτήτων, των προσφύγων, των ανθρώπων χωρίς πατρίδα και χωρίς τα στοιχειώδη δικαιώματα σε αυτή τη ζωή, μέσα από μια σειρά ταινιών, κλασικών και καινούργιων, που να μιλούν για το ίδιο θέμα έστω και μέσα από διαφορετικές γλώσσες. Επιπλέον, αποφασίσαμε να επιβάλουμε δωρεάν είσοδο στο συγκεκριμένο αφιέρωμα προκειμένου να ευαισθητοποιήσουμε όσο το δυνατόν περισσότερους θεατές. Θα ήταν ούτως ή άλλως απαράδεκτο να υπάρχει εισιτήριο σε ένα τέτοιο αφιέρωμα, δε νομίζετε;

Ξεχωρίζετε κάποιες προβολές από τη φετινή διοργάνωση;


Θα μπορούσα να σας αναφέρω πολλές, γιατί θεωρώ ότι καταφέραμε να ολοκληρώσουμε φέτος ένα πρόγραμμα για το οποίο οι συνεργάτες μου κι εγώ νιώθουμε ξεχωριστά χαρούμενοι. Θα σταθώ, ωστόσο, μόνο σε ένα αφιέρωμα: για πρώτη φορά παγκοσμίως σε κινηματογραφικό φεστιβάλ προβάλλονται 9 από τις κορυφαίες δημιουργίες του μέγιστου σκηνοθέτη που ονομάζουμε Λουί Μαλ. Αυτές τις ταινίες δεν θα έπρεπε κανείς να τις χάσει.

Τι αγαπούν να βλέπουν οι γυναίκες γενικά; Ποια ταινία θα λέγατε ότι θα έχει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον για το γυναικείο κοινό;


Οι γυναίκες κατεβάζουν αυτοδύναμη κυβέρνηση κάθε χρόνο στο φεστιβάλ! Και αποτελούν την πιο ελκυστική και ευρύτερη ηλικιακά μερίδα κοινού στις Νύχτες Πρεμιέρας. Φέτος τις φαντάζομαι να γεμίζουν την προβολή της «Julieta» του Πέδρο Αλμοδόβαρ και του «Neruda», να σπεύδουν στο κλασικό «Ωραίο μου Πλυντήριο» για να απολαύσουν τον Ντάνιελ Ντέι Λιούις στα όμορφα νιάτα του, να εξασφαλίζουν από νωρίς εισιτήριο για την ταινία-φαινόμενο της χρονιάς που ακούει στο όνομα «ToniErdmann», να μη χάνουν προβολή από το αφιέρωμα στον Λουί Μαλ, να απολαύσουν την ΙζαμπέλΙπέρ σε δυο από τους καλύτερους ρόλους της καριέρας της (ο ένας για το «Μέλλον», ο άλλος για το «Εκείνη», την ταινία λήξης του φεστιβάλ).


Μιλήστε μας λίγο για την εξέλιξη του ελληνικού κινηματογράφου; Διακρίνεται μια αιχμή στις σημερινές ταινίες.


Ο ελληνικός κινηματογράφος βγήκε επιτέλους από τη σκιά του παρελθόντος, το μονοπώλιο των εθνικών μας σκηνοθετών (που ήταν καταχρηστικά ο εξής ένας: Θόδωρος Αγγελόπουλος), την πολυετή κόπωση από την αναπαραγωγή των ίδιων κουραστικών θεματικών και του ίδιου παρωχημένου ύφους. Χάρη σε δημιουργούς όπως ο Γιώργος Λάνθιμος, ο Πάνος Χ. Κούτρας, ο Απόστολος Τσίτος, η Αθηνά Τσαγγάρη, το ελληνικό σινεμά έγινε, για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, ξανά τολμηρό, θαρραλέο και-επιτέλους-μοντέρνο. Αρκεί η τολμηρότητα και η εκκεντρικότητα να αποτελέσουν μόνο το ερέθισμα γι’ αυτό το νέο κινηματογραφικό ρεύμα, και όχι τον αυτοσκοπό.

Υπάρχει κινηματογραφική παιδεία στην Ελλάδα;


Ελάχιστη και παλαιών αντιλήψεων, δυστυχώς. Ευτυχώς όμως, η κινηματογραφική παιδεία είναι πλέον προνόμιο όλων μας γιατί αν υποθέσουμε ότι μαθαίνεις σινεμά βλέποντας σινεμά, τότε ζούμε σε μια εποχή όπου η πρόσβαση στην ιστορία της 7ης τέχνης είναι καθολική και οι ταινιοθήκες «χτίζονται» στο σαλόνι του καθενός, αντί να κατοικούν σε νοτισμένα από την υγρασία κτίρια.

Η συμβουλή σας σε νέους κινηματογραφιστές; Μπορούν να υλοποιήσουν τα όνειρά τους εδώ, εν μέσω κρίσης; Ή να ακολουθήσουν την «οδό Λάνθιμος»;


Να ακολουθήσουν τη μόνη οδό που τους επιβάλλει το ταμπεραμέντο τους και το ένστικτό τους. Και να είναι πρωτίστως ο εαυτός τους. Η μίμηση είναι το πιο θλιβερό πράγμα στην τέχνη. Ας υπάρχει, λοιπόν, μόνο ένας Λάνθιμος. Νομίζω ότι μας αρκεί. Όσο για την κρίση, στο παρελθόν έχει αποδειχτεί ότι έχει εμπνεύσει μερικές από τις καλύτερες ταινίες που έχουμε δει ποτέ. Δεν υπάρχει λόγος να τη φοβόμαστε. Από την ασχήμια προσπαθούμε να φτιάξουμε πάντοτε κάτι όμορφο. Έτσι μόνο νικάμε την ασχήμια.

Είστε ένα αρκετά νέος άντρας που κυκλοφορεί σε αυτή τη πόλη όπως τόσοι νέοι άνθρωποι. Τι είναι αυτό θα επιθυμούσατε διακαώς να αλλάξετε, στην πόλη , στην καθημερινότητα, στη δική σας ζωή;


Επειδή ζω ως ενήλικας στην Αθήνα για πάνω από δύο δεκαετίες, θέλω να εκφράσω την απογοήτευσή μου που αυτή η πόλη έχει πάψει να είναι το ίδιο γοητευτική, φωτογενής και φιλόξενη όπως ήταν τα χρόνια που την πρωτογνώρισα. Δυστυχώς έχει καταλήξει να γίνει μια από τις πιο βρώμικες και άχαρες μητροπόλεις στον κόσμο. Ελπίζω να την επαναφέρουμε στις αλλοτινές ομορφιές της. Από την άλλη λυπάμαι πολύ που η νυχτερινή της ζωή, που κάποτε σε προέτρεπε να ξενυχτήσεις, να φλερτάρεις, να χορέψεις, να κοινωνικοποιηθείς, τα τελευταία χρόνια έχει πέσει θύμα χιπστερισμού (συνώνυμο του χιτλερισμού, ίσως;) και έχει καταλήξει σε ένα ατελείωτο θεαθήναι και ένα αφόρητο δήθεν. Και το χειρότερο σύμπτωμα αυτής της δηθενιάς είναι ότι ο κόσμος πια δεν φλερτάρει, δεν ερωτεύεται πια όπως γινόταν παλιά, κάτι απίθανες νύχτες όπου όλα ήταν πιθανά και όλα γίνονταν δυνατά.


Ποιοτικό versus εμπορικό σινεμά τι προτιμάτε;


Έναν συνδυασμό των δυο. Γιατί το εμπορικό μπορεί να είναι και ποιοτικό.


Ποιες ταινίες σας πωρώνουν, υπάρχει ένα είδος ή ένας σκηνοθέτης που ξεχωρίζετε;


Ντέιβιντ Λιντς. Βρισκόμαστε σε τηλεπαθητική επικοινωνία οι δυο μας, εδώ και δεκαετίες.


Αν θελήσουν για κάποιο λόγο να σας τιμωρήσουν  και διαλέξουν για τρόπο βασανισμού να σας βάλουν να δείτε από την αρχή μέχρι το τέλος μια ταινία που μισείτε, ποια θα ήταν αυτή;


Κάποιο χολιγουντιανό trash. Με υπερήρωες πιθανόν. Ή τα «Πάθη του Χριστού» του Μελ Γκίμπσον. Πριν το τέλος της προβολής κινδυνεύω να έχω αποδημήσει εις Κύριον.



About us

allYOU

Φρέσκο (ολόφρεσκο), δικό σου (καταδικό σου) site:
allyou.gr. Δηλαδή όλη εσύ, όλα εσύ. Όλα για σένα, όλα από σένα.

Ποιοι είμαστε

Top
0
Shares