Αύγουστος Κορτώ: «Η καλύτερη χειρότερη μέρα της ζωής σου – κουβέντες για το φως μες στο σκοτάδι της κατάθλιψης»

Με αφορμή το τελευταίο του βιβλίο που θα κυκλοφορήσει σύντομα από τις εκδόσεις Πατάκη, είχαμε μαζί του μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση

Αγγελική Λάλου

 

 

Το βιβλίο «Η καλύτερη χειρότερη μέρα της ζωής σου – κουβέντες για το φως μες στο σκοτάδι της κατάθλιψης» ξεκινάει από τα χαράματα της 23ης Απριλίου 2018 και την εισαγωγή σου στα επείγοντα μετά την απόπειρα αυτοκτονίας σου, πώς συνεχίζεται και πώς τελειώνει;

O πρόλογος – η εξιστόρηση της απόπειρας – δίνει απλώς τον τόνο, το πλαίσιο, στο υπόλοιπο του βιβλίου. Με κάποιον τρόπο, όπως σ’ ένα μυθιστόρημα, όπου ο αφηγητής μας ιστορεί εκ των υστέρων τις δοκιμασίες του (κι άρα έχει επιζήσει), προεξοφλεί το αίσιο τέλος – με τη βιωματική αυτή σκηνή δηλώνω πως ακόμα κι αν ξεκινήσεις απ’ το πιο πηχτό σκοτάδι, μπορείς να φτάσεις στο φως.

Πότε αποφάσισες να ξεκινήσεις τη συγγραφή του βιβλίου και τι ήταν αυτό που σε παρακίνησε;

Μάζευα χρόνια τις ψηφίδες αυτού του βιβλίου, μα άλλοτε δεν είχα τον αναγκαίο χρόνο και την απαιτούμενη συγκέντρωση, κι άλλοτε μου έλειπε το σθένος που χρειαζόταν για τη σχολαστική καταβύθιση στην καταθλιπτική εμπειρία. Το κουκούλι που περιέβαλλε την καθημερινότητά μου με την πανδημία και την καραντίνα, υπήρξε, αναπάντεχα, η ιδανική ψυχική συνθήκη για τη γραφή του.

 

 

Πόσες φορές έχεις από εκείνη τη μέρα σκεφτεί ή παίξει στο μυαλό σου τη σκηνή της απόπειρας και πώς ένιωθες κατά τη διάρκεια της συγγραφής αυτού του βιβλίου;

Δεν αποφεύγω την αναθύμηση της απόπειρας – ούτε τιμωρώ εαυτόν με την συνειδητή της επανάληψη. Όποτε έρχεται, συνήθως το βράδυ, όταν πέφτω να πλαγιάσω, νιώθω έναν απόηχο του τρόμου, του υπαρξιακού ρίγους της – αλλά το γεγονός ότι έζησα και την έκανα μνήμη, παρελθόν, είναι το μόνο σημαντικό.

Γιατί είναι η καλύτερη χειρότερη μέρα της ζωής;

Είναι η στιγμή που, εν αγνοία σου, αγγίζεις τον βυθό. Η μέρα που το αντικαταθλιπτικό πιάνει τα αναγκαία επίπεδα, που αρχίζεις, ασυναίσθητα, να ανακτάς τις δυνάμεις σου. Οι καταθλιπτικοί, παρ’ ότι ζούμε μια μικρογραφία της αιώνιας επιστροφής, όπου οι μέρες είναι αξεχώριστες η μια απ’ την άλλη, κρατάμε συγχρόνως, πεισματικά, διαστροφικά, ένα ημερολόγιο δυστυχίας. ‘Χάλια και σήμερα’. ‘Δεν πάει πιο κάτω’. Κι ωστόσο, αιφνιδιαστικά σχεδόν, έρχεται κάποια στιγμή η μέρα του πρώτου βήματος στον ανηφορικό δρόμο της ίασης. Εξ ου και η παραδοξολογία του τίτλου: Kάθε μέρα είναι η χειρότερη της ζωής σου, όμως αυτή, συγκεκριμένα, είναι η καλύτερη απ’ όλες.

 

 

Πώς ένιωσες τελειώνοντας το βιβλίο και πώς νιώθεις που σε λίγες μέρες θα το κρατήσεις στα χέρια σου; Διαφέρουν τα συναισθήματα από τα άλλα σου βιβλία;

Έχω ένα αλλιώτικο, πρωτόγνωρο, αίσθημα ευθύνης απέναντι στο αναγνωστικό κοινό. Όχι πως είναι θεραπευτικό εγχειρίδιο – η χρήση της λέξης «κουβέντες» στον υπότιτλο ξεκαθαρίζει ότι πρόκειται για ένα σύνολο στοχασμών και προσωπικών καταθέσεων για το βίωμα της κατάθλιψης. Όμως ελπίζω ειλικρινά η ανάγνωσή του να είναι παρήγορη. Αν αλαφρύνει έστω και λίγο την οδύνη των εν ασθενεία αδελφών μου, θα είμαι ευτυχής.

Ψυχική υγεία και μέσα κοινωνικής δικτύωσης: μπορεί να αποδειχθούν χρήσιμα εργαλεία ή μπορεί τελικά να βλάψουν κάποιον ψυχικά ευάλωτο, πώς έχεις βιώσει εσύ τα τελευταία χρόνια τη χρήση τους;

Παρ’ ότι είναι πλέον πιο αναγνωρίσιμη απ’ ό,τι ποτέ άλλοτε στην ιστορία, κι ως εκ τούτου μπορεί να αντιμετωπιστεί πιο άμεσα και πιο αποτελεσματικά, η κατάθλιψη – η ψυχική νόσος εν γένει – εξακολουθεί σε αμέτρητες περιπτώσεις να συγκαλύπτεται, να στιγματίζεται. Επομένως, η ορατότητα παραμένει ζήτημα τεράστιας σημασίας, καθώς οδηγεί αφενός στην ενσυναίσθηση, κι αφετέρου στην αλληλεγγύη. Είναι τέτοια η μοναξιά – η ερημιά – της κατάθλιψης, που κάθε μαρτυρία, κάθε θαρρετή κουβέντα, μετριάζει το ασήκωτο βάρος της.

 

 

Είσαι ένας άνθρωπος που μιλάς καθαρά για αυτό που είσαι και αυτό που σε απασχολεί, χωρίς κριτική ή επικριτική στάση, αλλά με χιούμορ κι έντονο αυτοσαρκασμό, κι έχεις μιλήσει χωρίς ενδοιασμούς ανοιχτά και για την ψυχική σου υγεία, την οικογένειά σου και την ερωτική σου ζωή κι έχεις δεχθεί υποστήριξη αλλά έχεις βιώσει κι έντονες αρνητικές συμπεριφορές – αυτή σου η έκθεση λειτουργεί λυτρωτικά για σένα ή έχει ένα κόστος μερικές φορές που δυσκολεύεσαι να διαχειριστείς;

Η φθορά της ομολογίας είναι αμελητέα σε σύγκριση με την εκτόνωση του ψυχικού φορτίου. Είναι, τρόπον τινά, το επακόλουθο της θεραπείας, της ψυχανάλυσης – ο δημόσιος λόγος μου είναι ένα νοερό ντιβάνι, ένα εργαλείο έκλυσης της αμήχανης, δυσάρεστης αλήθειας, που ειδάλλως θα με βάραινε.

Αυτή τη στιγμή στην τηλεοπτική εκπομπή Big Brother στα πλαίσια της «διαφορετικότητας» έχουν επιλεχθεί και δύο gay άτομα στους παίκτες και βλέπουμε μια μικρογραφία του πώς αντιδρά ακόμα η ελληνική κοινωνία στο θέμα της ομοφυλοφιλίας, έχει τύχει να το έχεις παρακολουθήσει καθόλου, έχεις κάτι να σχολιάσεις;

Παρά τους αγώνες της κοινότητας τον τελευταίο μισόν αιώνα, οι ομοφυλόφιλοι εξακολουθούμε να είμαστε στα μάτια εκατομμυρίων ανθρώπων γραφικές αποκλίσεις απ’ το καθαγιασμένο «ομαλό». Και με τον ίδιο τρόπο που πλήθος γυναικών υποτάσσονται ασυναίσθητα σε μισογυνικές συμπεριφορές, επειδή δεν τους δόθηκε η ευκαιρία να αναγνωρίσουν τη συνθήκη της καταδυνάστευσής τους και να σπάσουν τα δεσμά τους, πολλοί ομοφυλόφιλοι εργαλειοποιούνται απ’ το σύστημα ως καρικατούρες. Είναι θλιβερό, αλλά ο αγώνας για ισότητα και ισονομία συνεχίζεται σε πείσμα των παλινδρομήσεων, μέχρι οι ταπεινωμένοι αυτοί άνθρωποι να διεκδικήσουν θαρραλέα και στιβαρά την ελευθερία τους.

 

 

Το κύριο θέμα της εποχής μας είναι ο κορωνοϊός, πώς τον αντιμετωπίζεις και πώς βίωσες την ιστορία της καραντίνας;

Ως ασθενής με χρόνιο νόσημα, αναγνωρίζω τη σημασία της πρόληψης, της έγκαιρης αντιμετώπισης – ιδίως όταν δεν υπάρχει, επί του παρόντος, θεραπεία. Κάνω ό,τι οφείλω να κάνω, κι ελπίζω σύντομα να έχουμε στη διάθεσή μας εμβόλιο και φάρμακα, ώστε αυτή η πικρή δοκιμασία, που θέρισε τόσες ζωές, να λάβει τη θέση της στα τραύματα του παρελθόντος – να μοιάζει, λίγα χρόνια μετά, με κακό όνειρο.

Πόσο σε έχει βοηθήσει το χιούμορ στην αντιμετώπιση των δυσκολιών της ζωής σου, υπάρχουν άλλοι εσωτερικοί μηχανισμοί που ανέπτυξες με τον καιρό για να μη σε παίρνει από κάτω;

Το γράψιμο από μόνο του είναι ένας περίτεχνος αμυντικός μηχανισμός εξιδανίκευσης του τραυματικού παρελθόντος και του ζόρικου παρόντος. Όσο για το χιούμορ, τον χαβαλέ, είναι άμυνες που μου δίδαξε το περιβάλλον μου από νωρίς – με πρώτη και καλύτερη την Κατερίνα. Έτσι όπως είναι ο κόσμος, η ζωή, αν δεν γελάσεις, θ’ αρχίσεις να κλαις και δεν θα ’χεις σταματημό.

 

 

Έχεις σκεφτεί το θέμα του επόμενου βιβλίου σου, γράφεις κάτι άλλο αυτή τη στιγμή;

Όλο και κάποια ιστορία πιλατεύω πάντα, αν κι αυτή τη στιγμή έχω έξι βιβλία προς έκδοση στο συρτάρι, οπότε προσπαθώ, όσο μπορώ, να χαλιναγωγώ τον οίστρο μου.

Υπάρχει κάτι άλλο που θα ήθελες να πούμε για το βιβλίο που θα κυκλοφορήσει σε λίγες μέρες;

Ότι περιμένω, όταν κοπάσει η πανδημία, να πάρω σβάρνα τον χάρτη και να μιλήσω – ειδικά γι’ αυτό το βιβλιαράκι – με το αναγνωστικό κοινό, που εδώ και χρόνια μου δίνει αλλεπάλληλες, ασύλληπτες χαρές.

 

  


(ο Πρόλογος από το βιβλίο  «Η καλύτερη χειρότερη μέρα της ζωής σου – κουβέντες για το φως μες στο σκοτάδι της κατάθλιψης» του  Αύγουστου Κορτώ που θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Πατάκη)

«Πώς πάμε; Πόσα βγάλαμε;» «Είκοσι δύο. Και μη μιλάς, γιατί κουνιέται ο σωλήνας και δεν βλέπω.» «Άντε! Άλλα είκοσι.» «Μη μου κουνιέσαι – και δεν τα προλαβαίνουμε όλα. Κάποια διαλύθηκαν.» «Θα ζήσω, τι λέτε;» «Εσύ θα ζήσεις, εμείς να δούμε.» «Τι μέρα είναι;» «Η τυχερή σου. Μην κουνιέσαι τώρα.» Η γιατρός στα επείγοντα κάνει τη δουλειά της – πλύση στομάχου: μια δουλειά που έχει κάνει εκατοντάδες φορές – και προσπαθεί, συγχρόνως, να με κρατήσει ξύπνιο, γιατί αρκετά απ’ τα χάπια έχουν ήδη απορροφηθεί, κι η πορεία της καρδιακής κι εγκεφαλικής λειτουργίας μου είναι ακόμα αβέβαιη – οπότε είναι καλό να παραμείνω σε εγρήγορση, να διατηρήσω τις αισθήσεις μου. Ανασηκώνοντας ελαφρώς το κεφάλι – «Βρε δεν είπαμε μην κουνιέσαι;» – βλέπω, με την άκρη του ματιού, τον Τάσο και την Τζίνα να στέκονται στο άνοιγμα της πόρτας του θαλάμου, πασχίζοντας να χαμογελάσουν για να μου δώσουν θάρρος – και ν’ αναθαρρήσουν κι οι ίδιοι, μπρος στη δοκιμασία που τους έλαχε. Χαράματα Παρασκευής, 23 Απριλίου, 2018. Ξημερώνει η χειρότερη μέρα της ζωής μου. Η χειρότερη μέρα της ζωής του Τασούλη μου και του πατέρα μου, και μια απ’ τις ζοφερότερες μέρες της ζωής των φίλων μου, των ανθρώπων που με αγαπούν, και που, εδώ κι οχτώ μήνες, στον απόηχο ενός μανιακού επεισοδίου, με βλέπουν να παλεύω με την κλινική κατάθλιψη, και να χάνω κατά κράτος. Μία ώρα νωρίτερα, πεπεισμένος ότι η κόλαση της κατάθλιψης – την οποία έχω βρεθεί να διασχίζω για τέταρτη φορά μες σε διάστημα είκοσι χρόνων – είναι το πεπρωμένο μου, ένα παντοτινό σκοτάδι, αποφασίζω να βουτήξω στο λυτρωτικό (όπως μου φαίνεται, τις παγερές, απόκοσμες εκείνες στιγμές) σκοτάδι του θανάτου: παίρνω σαράντα δύο δισκία του αντιψυχωσικού που λαβαίνω – ως διπολικός σε καταθλιπτική συνδρομή – και πλαγιάζω δίπλα στον Τάσο. Πέντε λεπτά αργότερα, κυριεύομαι απ’ τον πανικό της επιβίωσης, και προσπαθώ να τα βγάλω (με διάφορους κωμικούς τρόπους, μεταξύ αυτών με μια ξύλινη κουτάλα βουτηγμένη σε υγρό για πιάτα, που αντί για τον επιθυμητό εμετό μ’ αφήνει με το στόμα γεμάτο σαπουνάδες με άρωμα πράσινο μήλο), και στο δεκάλεπτο ειδοποιώ ασθενοφόρο. Το ένστικτο της ζωής – άγριο σαν κλοτσιά, σαν χέρι που σε αρπάζει απ’ τον βυθό και σε τραβάει στην επιφάνεια με το ζόρι – έχει διατρανώσει την παρουσία του σε πείσμα της επιθυμίας του θανάτου, αλλά το επόμενο τριήμερο, καθώς νοσηλεύομαι προκειμένου να συνέλθω απ’ την απόπειρα, συνειδητοποιώ πόσο εύθραυστη είναι η ζωή που παραλίγο να πετάξω, κι απ’ την οποία τώρα κρέμομαι με λύσσα. Το πρώτο διήμερο, η γλώσσα μου σκαλώνει στις πιο απλές λέξεις, αδυνατώ να ολοκληρώσω έστω και μία πρόταση, κι αναρωτιέμαι, έντρομος, αν η βλάβη είναι προσωρινή ή ανήκεστη – Φέρτε μου πίσω την κατάθλιψη, το σπίτι μου, γυρίστε το ρολόι μια μέρα πίσω, θα το παλέψω! Για καλή μου τύχη, το σύμπτωμα υφίεται, κι επιπλέον, βρίσκεται κλίνη για τη νοσηλεία μου στο Αιγινήτειο. Έχω συναινέσει, κι έχω συνυπογράψει, μαζί με τον Τάσο, όλα τα αναγκαία έγγραφα. Όμως ο άρρωστος, ακόμα κι όταν ξέρει πως η νοσηλεία θα τον βοηθήσει – ότι μπορεί και να του σώσει τη ζωή – πολλές φορές κλοτσάει στην προοπτική του εγκλεισμού, κι όταν μιλάμε για ψυχικά νοσήματα και ψυχιατρικά νοσοκομεία, ο φόβος, η άρνηση, είναι ακόμα εντονότερα, καθώς τα βαραίνει το μακραίωνο στίγμα: τρελοκομείο, τρελάδικο. Μπουντρούμια κι αλυσίδες και ζουρλομανδύες. Ακρότητες κι αθλιότητες που ανήκουν, ευτυχώς, στο παρελθόν (έστω και το πιο κοντινό απ’ ό,τι θα νόμιζε κανείς), μα που εξακολουθούν να δηλητηριάζουν τον ταραγμένο ψυχισμό του αρρώστου. Με άλλα λόγια: ξέρω ότι πρέπει να νοσηλευτώ, αλλά δεν το θέλω. «Μην το βλέπεις σαν τιμωρία,» μου λέει ο Τάσος, την προηγούμενη της εισαγωγής μου. «Δες το σαν ευκαιρία να γίνεις καλά, να βρεθεί η σωστή αγωγή, η κατάλληλη θεραπεία, και να μη χρειαστεί να το ξαναπεράσεις όλο αυτό. Ξέρω ότι φοβάσαι,» κι εδώ με αγκαλιάζει γιατί μ’ έχουν πάρει τα κλάματα, «αλλά θα είμαι εκεί κάθε μέρα, κάθε μέρα, κι όχι μόνο εγώ. Η αυριανή μέρα, που τόσο σε τρομάζει, μπορεί να είναι η καλύτερη της ζωής σου. Η καινούρια αρχή. Μη μου στενοχωριέσαι, μαζί θα το πολεμήσουμε, κι όλα θα πάνε καλά.» Υπήρξα τυχερός: στο Αιγινήτειο έλαβα πολύτιμη βοήθεια, κι άρχισα να μαζεύω τα κομμάτια μου. Επιπλέον, είχα την αφοσίωση του συντρόφου μου κι όλων των ανθρώπων της καρδιάς μου, που μου έδωσαν το χέρι στα πρώτα δειλά βήματα της θεραπείας. Αυτό που μου φαινόταν άπιαστο όνειρο – η ευχή που λέει και ξαναλέει μέσα του κάθε καταθλιπτικός: Να γίνω καλά! – εκπληρώθηκε. Την ώρα που γράφω αυτές τις αράδες, δυο χρόνια απ’ τη βραδιά που αποπειράθηκα να αυτοκτονήσω, ζω κάτι που τότε αδυνατούσα να πιστέψω ως νοητή πραγματικότητα: ένα θαύμα – που ωστόσο, είναι καθ’ όλα εφικτό. Απ’ τη μέρα που γεννήθηκα, ζω μες στον κόρφο, και κάτω απ’ τη σκιά, της ψυχικής αρρώστιας, έχω σαν δεύτερο σφυγμό τις υφέσεις και τις εξάρσεις της, μυρίζομαι την απελπισία της, και μαθαίνω τα τεχνάσματά της. Η μητέρα μου ήταν διπολική, όπως κι εγώ, η γιαγιά μου σχιζοφρενής, οι θείοι και οι θείες μου έρμαιοι, κάθε τόσο, της κατάθλιψης. Μολαταύτα, η κατάθλιψη – για την οποία, πλέον, τόσα γνωρίζουμε, κι η οποία με τόσους τρόπους καταπολεμάται – μου φαίνεται συχνά (ιδίως όταν με επισκέπτεται, και με ρίχνει χάμω) αινιγματική. Ας πάρουμε, λόγου χάρη, το παράδοξο της περατότητας. Αφ’ ης στιγμής είχα περάσει τρεις φορές το βάσανο της μείζονος κατάθλιψης, κι είχα αναρρώσει και τις τρεις, για ποιον λόγο, όταν νόσησα για τέταρτη φορά, ήμουν τόσο απεγνωσμένα βέβαιος ότι αυτή της η επίσκεψη θα ήταν η φαρμακερή; Κι αν, ο μη γένοιτο, νοσήσω πάλι, θα μπορώ να στρέψω το βλέμμα με νηφαλιότητα στο παρελθόν, και να διδαχθώ απ’ την πείρα μου, ή θα αναμασάω πάλι την πικρή καραμέλα των καταθλιπτικών (Δεν θα περάσει ποτέ – Δεν θα γίνω ποτέ καλά); Κανείς δεν το ξέρει – ούτε οι γιατροί μου, ούτε οι άνθρωποι που μ’ αγαπούν, ούτε κι εγώ, φυσικά. Η ψυχική νόσος, όπως κι η ίδια η ψυχή, δεν είναι μετρήσιμη, δεν μπορεί ν’ αναλυθεί και να εξιχνιαστεί εργαστηριακά. Οι ανώτερες εγκεφαλικές μας λειτουργίες – στις οποίες, για όσους δεν ασπάζονται τον ανιμισμό, εντάσσεται κι ο ανθρώπινος ψυχισμός – είναι ένα σύνολο εκλυόμενης και μεταδιδόμενης ενέργειας τόσο περίτεχνο, τόσο θαυμαστό κι εν πολλοίς ακατανόητο, που δεν το πιάνεις από πουθενά. Όσο μπορείς να αρπάξεις τα αστέρια απ’ το στερέωμα, να μετρήσεις και να ονοματίσεις έναν-έναν τους κόκκους της άμμου, άλλο τόσο μπορείς να ερμηνεύσεις τη βιοχημεία της συγκίνησης που σου προξενεί μια συγκεκριμένη μουσική φράση, να τιθασεύσεις το μυθικό πλάσμα του αισθήματος, ή να γιατρέψεις με μια κίνηση, απ’ τη μια στιγμή ή απ’ τη μια μέρα στην άλλη – όπως γιατρεύεται ένα σωματικό άλγος, ή μια λοίμωξη – το πολυκέφαλο, πολυπλόκαμο τέρας της ψυχικής αρρώστιας. Το βιβλίο αυτό – κουβέντες για την κοινή μας εμπειρία της κατάθλιψης, για τον παράλληλο δρόμο μας στο σκοτάδι και την αναζήτηση της αχτίδας που θα μας οδηγήσει στην ίαση – γράφεται αφενός ως αναμέτρηση με το παρελθόν μου ως καταθλιπτικού, κι αφετέρου με την ελπίδα να βοηθήσω έστω και λίγο τα εν ασθενεία αδέρφια μου να σηκώσουν το βάρος που κουβαλούν, τώρα που νιώθω τους δικούς μου ώμους πιο αλαφρωμένους. Η κατάθλιψη, και το καβούκι της, είναι μια συνθήκη τρομερά μοναχική, κι η αίσθηση πως δεν είσαι μόνος – ότι κάποιος ξέρει πως είσαι κουλουριασμένος στο κρεβάτι με τα στόρια κλειστά και τον ύπνο φευγάτο, ότι μπορεί, σχεδόν, να ακούσει την ανάσα σου καθώς αναρωτιέσαι αν έχει νόημα να συνεχίσεις ν’ ανασαίνεις – είναι πολύτιμη. Ζω χάρη στους ανθρώπους που μ’ έπεισαν να ζήσω. Κι αν το χρωστώ σ’ εκείνους να συνεχίσω, άλλο τόσο, φίλε και φίλη που κράτησες κάποτε στα χέρια σου τις ιστορίες μου – και που τόσα, σκοτεινά και φωτεινά, μας ενώνουν – το χρωστώ και σε σένα.

 

 

 

 

 

About us

allYOU

Φρέσκο (ολόφρεσκο), δικό σου (καταδικό σου) site:
allyou.gr. Δηλαδή όλη εσύ, όλα εσύ. Όλα για σένα, όλα από σένα.

Ποιοι είμαστε

Top
0
Shares

Σου αρέσει αυτό που διάβασες;

Ακολούθησέ μας στα social. Κάνε κλικ σε ένα από τα εικονίδια!

0
Shares