Πολύτιμα πράγματα που έμαθα διαβάζοντας Λουίς Σεπούλβεδα

Μικρός φόρος τιμής σε έναν συγγραφέα που ήξερε να φτιάχνει υπέροχες ιστορίες

Αγγελική Λάλου

Δεν θα αρκούσε ένα μικρό αφιέρωμα για έναν τόσο μεγάλο συγγραφέα όπως Λουίς Σεπούλβεδα… θα αρκεστώ εδώ στο να αναφέρω μόνο λίγα από τα σημαντικά που έμαθα διαβάζοντάς τον…

Τι έμαθα διαβάζοντας το βιβλίο «Η ιστορία του Μιξ, του Μαξ και του Μεξ – η καταπληκτική περιπέτεια του γάτου με το ελληνικό προφίλ, ενός ποντικού και του αγοριού που ζούσε μαζί τους» (μετάφραση: Αχιλλέας Κυριακίδης, εικονογράφηση: Ειρήνη Ελευθεριάδη, εκδόσεις: Opera)

«Η ζωή μάς διδάσκει ότι δεν αρμόζει σ’ ένα πρόσωπο να είναι ιδιοκτήτης ενός άλλου προσώπου ή ενός ζώου, οπότε ας πούμε ότι ο Μαξ και ο Μιξ, ή ο Μιξ και ο Μαξ, αγαπούν ο ένας τον άλλον».

«Οι φίλοι στηρίζουν και συμβουλεύουν ο ένας τον άλλον, και μοιράζονται τις φρονιμάδες και τα λάθη».

«Οι φίλοι πάντα σέβονται ο ένας την ελευθερία του άλλου».

«Οι φίλοι πάντα καταλαβαίνουν ο ένας τους περιορισμούς του άλλου, και τον βοηθάνε».

«Οι πραγματικοί φίλοι μοιράζονται και τη σιωπή».

«Οι πραγματικοί φίλοι μοιράζονται τα όνειρα και τις ελπίδες».

«Οι πραγματικοί φίλοι πάντα μοιράζονται τα μικρά πράγματα που ομορφαίνουν τη ζωή»

«Οι πραγματικοί φίλοι βοηθούν ο ένας τον άλλον να ξεπεράσει τις δυσκολίες του».

«Οι πραγματικοί φίλοι πάντα μοιράζονται ό,τι καλύτερο έχουν».

 

 

 

Διαβάζοντας το βιβλίο «Η ιστορία ενός σαλιγκαριού που ανακάλυψε τη σημασία της βραδύτητας» (μετάφραση: Αχιλλέας Κυριακίδης, εικονογράφηση: Ειρήνη Ελευθεριάδη, εκδόσεις: Opera)

«“Να ‘ρθω μαζί σου;” ψιθύρισε το σαλιγκάρι.

“Πες μου… πρώτα… τι ψάχνεις” του αποκρίθηκε η χελώνα, και το σαλιγκάρι εξομολογήθηκε ότι διψούσε να μάθει τους λόγους της βραδύτητάς του, αλλά κι ότι ήθελε πολύ να έχει ένα όνομα, αφού το νερό που πέφτει από τον ουρανό λέγεται βροχή, ο καρπός της βατομουριάς λέγεται βατόμουρο, ο χυμός που βγαίνει απ’ τις κυψέλες λέγεται μέλι. Επίσης εξιστόρησε στη χελώνα πόσο η λαχτάρα και η ερώτησή του ενοχλούσε τα άλλα σαλιγκάρια, μέχρι σημείου να τον απειλήσουν με έξωση από το λιβάδι, και πώς είχε πάρει ο ίδιος την απόφαση να σηκωθεί να φύγει και να μην επιστρέψει παρά μόνο όταν θα είχε μιαν απάντηση και ένα όνομα.

Η χελώνα αναζήτησε με ακόμα μεγαλύτερη από τη συνηθισμένη ηρεμία τα λόγια της απάντησής της, και του είπε πως στη διάρκεια της διαμονής της ανάμεσα στους ανθρώπους είχε μάθει πολλά πράγματα. Του αφηγήθηκε, λοιπόν, πως όταν ένας άνθρωπος έχει τολμηρές ερωτήσεις, ας πούμε: “Είναι ανάγκη να πηγαίνουμε τόσο γρήγορα;” ή: “Στ’ αλήθεια έχουμε όλα αυτά ανάγκη για να είμαστε ευτυχισμένοι”, τον λένε αντάρτη.

“Αντάρτη, ε; Μ’ αρέσει αυτό το όνομα!” ψιθύρισε το σαλιγκάρι. “Εσένα σου έδωσαν οι άνθρωποι όνομα;”

“Ναι… αφού… δεν ξέχασα… ποτέ… το δρόμο… για να πάω… και να γυρίσω… με είπαν Μνήμη… αλλά με ξέχασαν”.

“Τι λες τότε, Μνήμη; Συνεχίζουμε παρέα;» ρώτησε το σαλιγκάρι.

“Σύμφωνοι… Αντάρτη…” απάντησε η χελώνα και, στρέφοντας το σώμα της αργά, πολύ αργά, του είπε πως θα επέστρεφαν για να του δείξει κάτι σημαντικό· κάτι που θα του έδινε να καταλάβει πως τον ίδιο δρόμο είχαν πάρει κι από πριν γνωριστούν».

 

 

 

Διαβάζοντας το βιβλίο «Ιστορία μιας λευκής φάλαινας» (μετάφραση: Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδόσεις: Opera)

«Ο κόσμος μου είναι ο κόσμος της σιωπής. Κανένα πλάσμα δεν βογκάει, δεν κραυγάζει, δε γρυλίζει, δε στριγκλίζει κάτω απ’ την επιφάνεια, και μόνο εμείς, τα ογκωδέστερα, διακόπτουμε καμιά φορά τη σιωπή. Εγώ, που ανήκω στους φυσητήρες, αφήνω να βγει το ηχόσημά μου, οπότε οι γαλάζιες φάλαινες και τα μαυροδέλφινα προσανατολίζονται και καθοδηγούνται μέσα από μια σειρά αρμονικά τραγούδια που ξαλαφρώνουν απ’ τη νυχτερινή μοναξιά, και τα γρήγορα δελφίνια συγκεντρώνονται για τα μεγάλα ταξίδια τους με συρίγματα που κρατάνε το κοπάδι ενωμένο. Τίποτ’ άλλο δεν ακούγεται στα υποθαλάσσια βάθη. Στην επιφάνεια, αντίθετα, αδιάκοπη η φωνή του ανέμου, των κυμάτων, των γλάρων και των κορμοράνων, και, καμιά φορά, του πλάσματος που είναι το λιγότερο κατάλληλο να ζει στη θάλασσα: του ανθρώπου».

«Πολύ περίεργη μου φάνηκε η συμπεριφορά των ανθρώπων στη θαλάσσια συνάντησή τους. Η μικρή σαρδέλα δεν επιτίθεται σε άλλη σαρδέλα, η αργή χελώνα δε επιτίθεται σε άλλη χελώνα, ο αρπακτικός καρχαρίας δεν επιτίθεται σε άλλο καρχαρία. Φαίνεται πως ο άνθρωπος είναι το μοναδικό είδος που επιτίθεται στους ομοίους του, κι αυτό που έμαθα από τους ανθρώπους διόλου δε μ΄ άρεσε».

«Όταν πεθαίνει το μικρό ενός μαυροδέλφινου, η μητέρα του μικρού ή η μητέρα της μητέρας του ή οι γριές φάλαινες που δεν μπορούν πια να γεννήσουν, γραπώνει το φαλαινάκι με το στόμα της και για πολλές μέρες περιφέρεται κρατώντας το, ώσπου το σώμα του μικρού να χάσει την ακαμψία του και ν’ αρχίσει ν’ ανοίγει, και δεν το αφήνει παρά μόνο όταν καταλάβει πως το σώμα δε θα μείνει να επιπλέει στο έλεος των ρευμάτων, αλλά θα ενωθεί με τη σιωπή των πιο βαθιών νερών. Άλλα μαυροδέλφινα τη συνοδεύουν επαναλαμβάνοντας το θρήνο που όχι μόνο συνέχει το κοπάδι, αλλά και χρησιμεύει ως απειλή στα αρπακτικά τα οποία επιβουλεύονται τη φάλαινα-φορέα του νεκρού, αδυνατισμένη όπως είναι μετά από τόσες μέρες άφαγη».

   

Μερικά στοιχεία για τον συγγραφέα

Ο Luis Sepulveda (Λουίς Σεπούλβεδα) γεννήθηκε το 1949 στο Ovalle, στο βορρά της Χιλής. Στα 15 του χρόνια έγινε μέλος της κομμουνιστικής νεολαίας. Σπούδασε σκηνοθεσία θεάτρου στο Σαντιάγο. Το 1969 πήρε πενταετή υποτροφία για το Πανεπιστήμιο της Μόσχας, αλλά πέντε μήνες αργότερα εκδιώχθηκε από τη Σοβιετική Ένωση λόγω "κακής διαγωγής": είχε πιάσει φιλίες με αντιφρονούντες. Ένθερμος υποστηρικτής του Σαλβατόρ Αλιέντε, μπήκε στην προσωπική του φρουρά το 1973. Μετά το πραξικόπημα του Πινοσέτ φυλακίστηκε, βασανίστηκε, κατηγορήθηκε για προδοσία και καταδικάστηκε σε ποινή είκοσι οκτώ ετών. Μετά από δυόμισι χρόνια εγκλεισμού του αποφυλακίστηκε με παρέμβαση της Διεθνούς Αμνηστίας και εξορίστηκε από τη Χιλή. Κατέφυγε στο Εκουαδόρ, όπου οργάνωσε θεατρικό θίασο. Έγραψε ποιήματα, θεατρικά έργα, διηγήματα και δημιούργησε θεατρικές ομάδες στο Περού, το Εκουαδόρ και την Κολομβία. Έζησε έξι μήνες στον Αμαζόνιο με τους ινδιάνους Σουάρ, στο πλαίσιο αποστολής της Unesco, και αποκόμισε εμπειρίες που άλλαξαν την αντίληψή του για τον κόσμο και του πρόσφεραν, αργότερα, το υλικό για το πρώτο του μυθιστόρημα: "Ένας γέρος που διάβαζε ιστορίες αγάπης" (1989). Το 1979 κατατάχθηκε στη Διεθνή Ταξιαρχία "Σιμόν Μπολιβάρ" και συμμετείχε στον απελευθερωτικό αγώνα της Νικαράγουας, στην οποία, μετά την επικράτηση της επανάστασης, εργάστηκε ως δημοσιογράφος. Την επόμενη χρονιά (1980) εγκαταστάθηκε στην Ευρώπη και έγινε ακτιβιστής της Greenpeace.

 

 

 

Ταξίδεψε σ' όλον τον κόσμο και του απονεμήθηκαν τα μεγαλύτερα λογοτεχνικά βραβεία. Τα πιο γνωστά βιβλία του είναι: "Ο κόσμος του τέλους του κόσμου" (1989), "Όνομα ταυρομάχου" (1994), "Patagonia express" (1995), "Η ιστορία του γάτου που έμαθε σ' ένα γλάρο να πετάει" (1996), "Το ημερολόγιο ενός ευαίσθητου killer" (1996), "Hot Line, Γιακαρέ" (1997), "Η τρέλα του Πινοσέτ" (2002), "Τα χειρότερα παραμύθια των αδελφών Γκριμ" (2004), "Η δύναμη των ονείρων" (2006). Τα τελευταία χρόνια ζούσε στην Ισπανία. Στις 16/4/2020 άφησε την τελευταία του πνοή νικημένος από τη μάχη του με τον κορωνοϊό…

Περισσότερα για τα βιβλία του θα βρείτε http://www.biblionet.gr/author/6005/Luis_Sep%C3%BAlveda

About us

allYOU

Φρέσκο (ολόφρεσκο), δικό σου (καταδικό σου) site:
allyou.gr. Δηλαδή όλη εσύ, όλα εσύ. Όλα για σένα, όλα από σένα.

Ποιοι είμαστε

Top
0
Shares

Σου αρέσει αυτό που διάβασες;

Ακολούθησέ μας στα social. Κάνε κλικ σε ένα από τα εικονίδια!

0
Shares