Ημερολόγια lockdown: Ελένη Στελλάτου - Σαν σαλιγκάρι στο Λουτράκι…

Η περιπέτεια έρχεται και σε βρίσκει

Αγγελική Λάλου

Την ένατη ημέρα του περιορισμού των μετακινήσεων, μέρα βροχερή όπως είναι συνήθως οι μέρες του Μαρτίου, επιστρέφοντας αργά το απόγευμα από το φαρμακείο βρήκα στο δρόμο ένα τεράστιο σαλιγκάρι. Προχωρούσε διασχίζοντας κάθετα το βρεγμένο πεζοδρόμιο μπροστά από το παρτέρι της κλειστής παιδικής χαράς, περισσότερο θρασύ παρά θαρραλέο κατά την γνώμη μου, μιας και δεν σταμάτησε να κινείται ακόμη κι όταν το σκυλί του προπορευόμενου νεαρού έσκυψε να το μυρίσει. Επειδή στο σπίτι τα παιδιά ήταν ήδη πολλές ημέρες κλεισμένα μέσα, με την έξαψη και την αποφασιστικότητα που συνήθως έχει κανείς στην αρχή μιας νέας περιπέτειας, σκέφτηκα ότι λίγη άνοιξη θα τους έκανε καλό, έπιασα λοιπόν το σαλιγκάρι από το κέλυφος προσέχοντας να μην ακουμπήσω το σώμα του και το σήκωσα στον αέρα.

Στο σπίτι άφησα στη βεράντα τα παπούτσια μου, το μπουφάν και τη μάσκα να αεριστούν κι έβαλα κρυφά το σαλιγκάρι μέσα σε μια λεκάνη στον πάτο της μπανιέρας, παρέα με ένα μαρουλόφυλλο. Ήταν εύκολο να μην με αντιληφθούν έτσι που ήταν όλοι κολλημένοι στις οθόνες- να που ήρθε η ώρα να ευγνωμονούμε τις πολλές οθόνες του σπιτιού, αφορμή για γκρίνιες στο παρελθόν, αλλά τώρα αναντικατάστατα οχήματα στους νέους μας δρόμους.

 

 

 

Ελάτε όλοι να δείτε μια έκπληξη, είπα με ενθουσιασμό και αποφάσισα εκείνη τη στιγμή ότι θα μπορούσαμε να το κρατήσουμε μέχρι να λήξει η καραντίνα αφού δεν θα μας έπιανε πολύ χώρο έτσι κι αλλιώς. Θα ήταν ένα βολικό κατοικίδιο που θα μπορούσαμε συμβολικά να αφήσουμε ελεύθερο πίσω στη φύση την ημέρα που θα ανακοινώνονταν οι πρώτες κινήσεις αποκλιμάκωσης των μέτρων, όταν θα ερχόταν δηλαδή η πρώτη επίσημη, ανοιξιάτικη βόλτα με όλη την οικογένεια, το πρώτο παγωτό gelato ή η πρώτη θριαμβευτική βραδιά πίτσας στην παραλία, κάτι τέτοιο.

Το σαλιγκάρι είχε ήδη διατρέξει τον πάτο της λεκάνης και είχε σκαρφαλώσει στα πλαϊνά τοιχώματα όταν τα παιδιά όρμησαν στο μπάνιο και άρχισαν να αφήνουν επιφωνήματα έκπληξης και συγκαλυμμένης αηδίας. Τους απήγγειλα τότε μερικούς χιουμοριστικούς στίχους τους οποίους είχα γράψει ως φοιτήτρια για ένα μικροσκοπικό σαλιγκάρι, τον Μπάμπη, που είχε εμφανιστεί ένα πρωινό Φεβρουαρίου μέσα σε μια γλάστρα στο μπαλκόνι μου ξαφνικά και που είχε εξαφανιστεί μετά από τρεις μέρες το ίδιο ξαφνικά, χωρίς να καταφέρω ποτέ να διευκρινίσω εάν το είχαν φάει περιστέρια ή το είχα πατήσει εγώ η ίδια με τη γλάστρα. Ακόμη τους είπα πως με την απροσδόκητη εμφάνιση στο σπίτι μας αυτού του ζωντανού πλάσματος είναι σαν να μας επισκέπτεται η ίδια η Άνοιξη ή η Φύση, αλλά κανείς τους δεν φάνηκε να συγκινείται.

 

 

 

Όταν ανακοίνωσα ότι θα το κρατήσουμε ως κατοικίδιο η μεγάλη κόρη με κοίταξε με το απαξιωτικό «αλήθεια τώρα;» βλέμμα, που είναι το αγαπημένο των εφήβων, η μικρή κόρη αδιαφόρησε και μόνο ο μικρός έδειξε κάπως να ευχαριστιέται και πρότεινε να το βγάλουμε Τόρακ που στα παιχνίδια Γκορμίτι είναι ο περίφημος Μαινόμενος Ταύρος, κάτι που βρήκα πολύ ταιριαστό, έτσι που προχώραγε κι αυτό ατρόμητο με τις κεραίες τεντωμένες και ολόκληρο το μεγάλο, ζελατινώδες σώμα του έξω από το κέλυφος. Όλοι επέστρεψαν στις οθόνες τους κι εγώ πήγα στην κουζίνα να καθαρίσω τα απογευματινά πορτοκάλια αφ’ ενός επειδή η βιταμίνη C ταιριάζει στις ιώσεις- πόσο μάλλον σε μια επική πανδημία- αφ’ ετέρου επειδή οι επί μήνες αποκλεισμένοι ναυτικοί στα καράβια από αβιταμίνωση C υπέφεραν - το περίφημο σκορβούτο- και όχι από έλλειψη τροφής.

Πρέπει να πέρασαν περίπου οχτώ λεπτά μέχρι να ξαναπάω στο μπάνιο και να δω ότι το σαλιγκάρι δεν βρισκόταν μέσα στην λεκάνη του. Δεν βρισκόταν ούτε από κάτω από την λεκάνη του, ούτε μέσα στην μπανιέρα, ούτε πάνω ή κάτω από το κάθισμα του μπάνιου, ούτε μέσα στο πλαστικό καλαθάκι με τα σαμπουάν, ούτε πάνω στα σφουγγάρια ή στην οικονομική συσκευασία του αφρόλουτρου, ούτε στα πλακάκια τα μπλε, ούτε στα πλακάκια τα άσπρα, ούτε στη βρύση της μπανιέρας, ούτε στην κουρτίνα, ούτε στο χαλάκι, ούτε στο πλυντήριο, ούτε πάνω στο καλάθι για τα άπλυτα, ούτε στο ταβάνι, ούτε στο πάτωμα, ούτε στους τοίχους, ούτε στο παράθυρο, ούτε στο έπιπλο με τον μεγάλο καθρέφτη, ούτε πουθενά, θα μπορούσε να είναι οπουδήποτε κι αυτό σήμαινε ότι ήταν ήδη παντού.

 

 

 

Αυτή η διαφορά μας, ότι εκείνο μπορούσε να έχει μια υποτυπώδη αίσθηση της παρουσίας μου ενώ εγώ δεν είχα καμία απολύτως επίγνωση της δικής του, του έδινε ένα προβάδισμα. Στην πραγματικότητα, η αίσθηση της απειλής που για μια στιγμή με διαπέρασε οφειλόταν περισσότερο σε κάποιο αρχέγονο φόβο για το απρόοπτο και λιγότερο στην ύπαρξη ενός αληθινού κινδύνου, αφού μπορούν να υπάρχουν αόρατοι εχθροί που δεν είναι επικίνδυνοι και αν ήθελε κανείς να είναι λογικός θα σκεφτόταν ότι όπως μπορούν πέντε άνθρωποι να ζουν μαζί σε ένα σπίτι από το πρωί ως το βράδυ και από το βράδυ ως το πρωί τότε το ίδιο καλά μπορούν να ζουν μαζί πέντε άνθρωποι και ένα σαλιγκάρι.

Όμως σε ανύποπτο χρόνο θα συναντιόμασταν και τότε ο Τόρακ θα μπορούσε να διαρρήξει το κέλυφος που ορίζουν οι ανθρώπινες αισθήσεις μας με λιγότερο ή περισσότερο δραματικό τρόπο. Το χειρότερο που θα μπορούσε βέβαια να συμβεί θα το πάθαινε ο ίδιος ο Τόρακ κι αυτό θα ήταν ένα βράδυ να πατήσω τον Τόρακ τον Ταύρο καθώς θα πηγαινοερχόμουν με τις κάλτσες, κάτι που θα ήταν πολύ κακό πρωτίστως για εκείνον. Θα μπορούσα επίσης, σε μια ηπιότερη εκδοχή συνάντησης, να τον αντιληφθώ μέσα στην πετσέτα προσώπου κάποιο νυσταγμένο πρωινό ή να τον ψηλαφήσω καθώς θα κόβει βόλτες στο καλάθι με τα πορτοκάλια στην κουζίνα ή μέσα σε κάποιο μισάνοιχτο ντουλάπι ή μέσα στο τσαντάκι των καλλυντικών που δεν κλείνει καλά. Ή θα μπορούσε να συμβεί κάτι από όλα αυτά στα παιδιά.

Πήγα λοιπόν στο δωμάτιό τους και ρώτησα ανέμελα και κατά την γνώμη μου εντελώς καθησυχαστικά: Παιδιά, μήπως είδε κανείς το σαλιγκάρι;

Αλλά τότε οι ταυτόχρονες τρεις στριγκλιές, που διαπέρασαν την απόλυτη ησυχία του σπιτιού και την αταραξία της γειτονιάς και ίσως να έφτασαν δύο τετράγωνα παραπέρα ως τον άδειο κεντρικό δρόμο του Λουτρακίου και δεν αποκλείεται μάλιστα ο απόηχός τους να κατέβηκε μέχρι τα βότσαλα της παραλίας και να έσβησε στην έρημη ακροθαλασσιά, απέδειξαν ότι οι ισορροπίες αυτής της επιβεβλημένης συνύπαρξης ήταν εύθραυστες. Κι έτσι μόλις επιτέλους ανακάλυψα τον Τόρακ τον Ταύρο κουλουριασμένο κάτω από το γείσο της λεκάνης του μέσα στην μπανιέρα – μπροστά στα μάτια μου όλη αυτήν την ώρα, όπως κάθε τι χαμένο που είναι απλά κρυμμένο- ήταν πολύ ξεκάθαρο τι έπρεπε να γίνει, το ίδιο κιόλας βράδυ.

 

 

 

 

Απόσπασμα από το βιβλίο "Το κόκκινο και το άσπρο" (εκδόσεις Πόλις) - Τυχερό Λαχείο

 

 «Θέλετε ένα λαχείο;»

Τα κρατούσε στο χέρι, μια παιδική γροθιά γεμάτη λαχεία. Φορούσε ένα ροζ μπουφάν λίγο τριμμένο στην άκρη μ' έναν μικρό λεκέ από μοβ μελάνι στο τελείωμα. Το μανίκι από το μπουφάν δεν έφτανε ως τον καρπό.

«Πόσο κάνουν;»

 Το παρκάκι ήταν σχεδόν άδειο, οι κούνιες ακίνητες, μόνο ένας υπάλληλος του δήμου με πράσινη φόρμα σκούπιζε το πλακόστρωτο. Πρέπει να είσαι σοβαρός με ένα παιδί που πουλάει λαχεία ένα ανοιξιάτικο πρωινό Σαββάτου.

«Τρία ευρώ το ένα.»

Ο υπάλληλος με την πράσινη φόρμα είχε κιόλας μαζέψει μπροστά του έναν μικρό σωρό από φύλλα που τα σκόρπισε ο χθεσινοβραδινός αέρας. Στο παγκάκι απέναντι διέκρινα μια σακούλα με ψώνια. Αν δεν ερχόταν κανείς ώσπου να φύγω θα του το 'λεγα να 'χει το νου του, αν και τι μπορεί να κάνει ένας υπάλληλος του δήμου για τα ξεχασμένα αντικείμενα στα πάρκα;

«Θέλω τρία», είπα. Άνοιξα το σακίδιό μου και της έδωσα ένα χαρτονόμισμα των δέκα ευρώ. Ο υπάλληλος κοίταξε προς το μέρος μας, ενώ εκείνη έκανε τους υπολογισμούς της.

«Δεν έχω ρέστα».

«Δεν πειράζει».

Αμήχανη σιωπή. Έξυσε για λίγο τη μύτη της, τα μαλλιά έπεφταν ανάκατα στο ένα της μάτι, στην κορφή τους υπήρχαν ξερά κλαδάκια. «Ευχαριστώ». Έφυγε σέρνοντας τις γαλότσες.

Κοίταξα τα λαχεία: ήταν όλα κομμάτια από σελίδες τετραδίου, κομμένα στο χέρι και γραμμένα με μολύβι «αριθμός 2746, τιμή 3 ευρώ, τυχερό Λαχείο».

 

 

 



About us

allYOU

Φρέσκο (ολόφρεσκο), δικό σου (καταδικό σου) site:
allyou.gr. Δηλαδή όλη εσύ, όλα εσύ. Όλα για σένα, όλα από σένα.

Ποιοι είμαστε

Top
0
Shares